Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΕΙΣ







 
    Η καταξιωμένη ηθοποιός Έφη Παπαθεοδώρου, γνωστή επίσης και για τη λογοτεχνική της πένα, με αυτό το νοσταλγικό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα ξετυλίγει το κουβάρι από τις αναμνήσεις των παιδικών της χρόνων. Όπως η ίδια μας πληροφορεί «Στις Τσουκνίδες, ίσως βρεις περιστατικά παρόμοια μ’ αυτά της δικής σου ζωής ή των γονιών σου. Η νοσταλγία των παιδικών χρόνων μας είναι πάντα γλυκιά· τα πάθη και οι χαρές των ανθρώπων κοινά...».  Κάπως έτσι γινόμαστε και εμείς οι αναγνώστες θεατές, με αφορμή τις πολυκαιρισμένες οικογενειακές φωτογραφίες, της πολύπαθης ζωής στην Αθήνα του μεσοπολέμου και των μεταπολεμικών χρόνων στην ελληνική ύπαιθρο. «Πώς να περιγράψεις τις μυρωδιές που σου ΄ρχονται στο νου, καθώς βλέπεις τη σέπια της παλιάς φωτογραφίας! Κι ορμάνε χώροι και τόποι κι εποχές επάνω σου κι είσαι τόσο ευτυχισμένος για λίγα δευτερόλεπτα, φεύγεις κάπου αλλού, αλλά με τα χρόνια έχεις ξεχάσει πού...» γράφει η συγγραφέας. Μέσα από το βιβλίο της Έφης Παπαθεοδώρου οσμές, εικόνες, θύμησες και ψήγματα μνήμης παιδικής επανέρχονται φευγαλέα σαν παλιοί γνώριμοι, πάντα καλοδεχούμενοι αλλά βιαστικοί... Διαβάζοντας το «Πώς γλυκαίνουν οι τσουκνίδες» διαπιστώνει κανείς πως ένα χαώδες συνονθύλευμα, ένα κράμα αναμνήσεων, ιστοριών, ανθρώπων και καταστάσεων είναι ο καθένας μας. Δύσκολο να ξεμπλέξει κανείς τον μίτο του οικογενειακού του κουβαριού, δύσκολο να τον κόψει σαν να ‘ταν γόρδιος δεσμός. Οι πάντες έχουν ρίζες, κι ας μην τις αναγνωρίζουν όλοι, κι ας θέλουν ορισμένοι να αποκοπούν βίαια απ’ αυτές. Άνθρωπος δίχως μνήμη, τόπος στερημένος ιστορίας, δεν πάει πουθενά, δεν αναζητά τίποτα, αρκείται στο εφήμερο, αγνοεί ή απαξιώνει το αιώνιο. Η συγγραφέας καταφέρνει να γλυκάνει ακόμα και τις τσουκνίδες του ελληνικού εμφυλίου με αυτό το γλυκό οικογενειακό μυθιστόρημα.



"Έμιλυ Ντίκινσον, επειδή δεν άντεχα να ζήσω" από τις εκδόσεις Gutenberg - Γιώργος και Κώστας Δαρδανός.


 
 
Η ταπεινότητα μιας ιδιοφυΐας

θα μπορούσε επίσης να τιτλοφορείται η συλλογή αυτή από ποιήματα και επιστολές της Αμερικανίδας ποιήτριας, επιμελημένη από τη Λιάνα Σακελλίου σε μετάφραση Λιάννα Σακελλίου, Αρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά.

"Η δόξα είναι μια μέλισσα.
Τραγουδάει,
σε κεντρίζει
και μετά...
Αχ! Πόσο ψηλά πετά.



(μετάφραση: Αγγελική Σιδηρά, εκδόσεις Ερμείας, 1996)


     Η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον εντάσσεται κι εκείνη, δυστυχώς, στο λογοτεχνικό, αλλά (φευ) τόσο ρεαλιστικό κλισέ της «μετά θάνατον» αναγνώρισης. Έγραψε τόσο γλαφυρά για τις δάφνες της δόξας που πετάει μακριά, σαν να γνώριζε ενδόμυχα πως δε θα την στεφάνωναν ποτέ κατά τη διάρκεια της ζωής της. Και πόσο δίκιο είχε... Πολλοί θα σπεύσουν να μιλήσουν για τις κοινωνικές συμβάσεις και τις ηθικές απαγορεύσεις, που αποτέλεσαν τροχοπέδη στην καθιέρωση μιας γυναίκας δημιουργού στον ανδροκρατούμενο χώρο των γραμμάτων και των τεχνών κατα τον δέκατο ένατο αιώνα. Κι όμως, ξεχνάμε πως προγενέστερες αλλά και σύγχρονές της γυναίκες λογοτέχνες (Τζέιν Ώστεν, Ζωρζ Έλιοτ, αδελφές Μπροντέ κ.ά.) αψήφισαν αυτά τα εμπόδια και, εάν μη τι άλλο, είδαν τα έργα τους τυπωμένα (ανώνυμα ή επώνυμα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία και καθιέρωση η καθεμιά, αλλά τυπωμένα). Η Έμιλυ Ντίκινσον αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Τι είναι αυτό, όμως, που διαφοροποιεί την ποίηση της Ντίκινσον από άλλες πιο «πετυχημένες» ομοτέχνους της και την καταδικάζει στην εν ζωή αφάνεια;
 
    Για να κατανοήσουμε το έργο της Αμερικανίδας ποιήτριας πρέπει εν συντομία να δούμε την περιορισμένη ζωή της. Η Έμιλυ Ντίκινσον γεννήθηκε το 1830 (πρώιμη βικτοριανή περίοδος) στο Άμχερστ, μια μικρή κωμόπολη της Μασαχουσέτης (από το πανεπιστήμιό της έχουν αποφοιτήσει και οι δύο τελευταίοι πρωθυπουργοί μας...). Η οικογένειά της, αν και ανήκε στην ανώτερη αστική τάξη (ο πατέρας της υπήρξε νομικός και βουλευτής), λόγω των πουριτανικών της καταβολών ήταν υπέρ το δέον προσκολλημένη στον θρησκευτικό και κοινωνικό καθωπρεπισμό της εποχής. Φυσικά, η αυστηρή ανατροφή της δεν οφειλόταν μόνο στην προτεσταντική ηθική με την οποία είχε μεγαλώσει εκείνη και τα αδέλφια της, αλλά πολύ περισσότερο σε μία γενικότερη τάση της βικτοριανής κοινωνίας για ενδυνάμωση των ηθικών αξιών έπειτα από τη χαλάρωση των ηθών κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα και τις αρχές του δέκατου ένατου. Οι Αμερικανοί εκείνης της περιόδου είχαν την τάση να αντιγράφουν κανόνες και συμπεριφορές της βρετανικής κοινωνίας, συνεπώς η άτεγκτη μοναρχία της δεν μπορούσε να τους αφήσει ανεπηρέαστους όσον αφορά τις κοινωνικές και ταξικές συμβάσεις. Έτσι η Έμιλυ Ντίκινσον, ως ανύπανδρος «καθώς πρέπει» κοραδίσα, έμεινε επί πενήντα έξι ολόκληρα χρόνια μέχρι το θάνατό της στην πατρική έπαυλη στο Άμχερστ, ταξίδεψε ελάχιστες φορές, πέρναγε πολλές ώρες στην παιδική της κάμαρα και έκανε παρέα με τα αδέλφια της και τα κατοικίδια της οικογένειας. Μονάχα επτά ή κατά άλλους πέντε από τα οχτακόσια ποιήματα της εργογραφίας της δημοσιεύθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής της κι αυτά ανώνυμα ή εν αγνοία της. Η αδελφή της Λαβίνια ήταν εκείνη που μετά θάνατον συγκέντρωσε και εξέδωσε το άγνωστο μέχρι τότε έργο της.
 
    Ο αστικός πουριτανισμός και ο θρησκευτικός συντηρητισμός της μικρής κοινωνίας του Άμχερστ στάθηκαν εμπόδιο στην προβολή του έργου της. Σε αυτό, όμως, συνέβαλε όχι μόνο ο «βικτοριανός» τρόπος ζωής, αλλά και η ιδιοσυγκρασία της ίδιας της Ντίκινσον, η οποία περιγράφεται ως άτομο ντροπαλό και άτολμο, με πλούσια όμως εσωτερικότητα. Γνωρίζουμε, επίσης, πως διάβαζε και θαύμαζε το έργο του Τζον Κητς. Αν και η κοινωνική της ζωή περιοριζόταν στα αστικά σαλόνια της πόλης της, εντούτοις ο ποιητικός της καμβάς αγκαλιάζει ένα ευρύ φάσμα: φύση, ανθρωπος, ζώα, χρόνος, πνεύμα και ψυχή. Από την άλλη μεριά, οι ποιητικές της μέθοδοι μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτοποριακές (οξύμωρο;), καθώς κάνει χρήση ελλειπτικών φράσεων˙ το μέτρο ξεφεύγει, οι ρίμες δεν ομοιοκαταληκτούν πάντα, η παύλα δηλώνει συχνά την έμφαση κ.ο.κ. Εν γένει πρόκειται για έναν μοναδικό και γι’ αυτό αυθεντικό τρόπο έκφρασης και δομής. Η κοινωνική της ατολμία και εσωστρέφεια, όμως, στέρησε από τους συγχρόνους της μια αληθινή ποιητική ιδιοφυΐα. Ο πρώτος ποιητικός της τόμος κυκλοφόρησε το 1890, τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό της, καθιστώντας την μία από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του αιώνα της.

     Η εξαιρετική αυτή προσπάθεια των εκδόσεων Gutenberg φωτίζει τα μύχια της ψυχής και πτυχές της προσωπικότητας μιας ποιητικής ιδιοφυίας που διάλεξε την αφάνεια από τις δάφνες της δόξας.

http://www.captainbook.gr/article/8749
http://entefktirio.blogspot.gr/2013/05/emily-dickinson.html