Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Νυχτερινός Διαβάτης-ένα χρόνο μετά...

Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της πρώτης του συλλογής διηγημάτων (Νυχτερινός Διαβάτης, εκδόσεις Λέμβος) ο Αλέξανδρος Κεφαλάς μιλάει στο τοβιβλίο.net για το ταξίδι του «διαβάτη» του.

Καταρχάς, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Κώστα Θερμογιάννη για τη διαδικτυακή του φιλοξενία και να του ευχηθώ καλή δύναμη και κάθε επιτυχία στο τοβιβλίο.net, έναν από τους πλέον ενημερωμένους ιστοτόπους για το βιβλίο.

Ο Νυχτερινός Διαβάτης κλείνει αισίως ένα χρόνο κυκλοφορίας και παρά τις αντιξοότητες που όλοι γνωρίζουμε όσον αφορά στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή στα χρόνια της κρίσης χαίρομαι που το αναγνωστικό κοινό αλλά και άνθρωποι του χώρου (λογοτέχνες και κριτικοί) τον αγκάλιασαν από τους πρώτους κιόλας μήνες της κυκλοφορίας του. Ήταν η πρώτη φορά που ως συγγραφέας καταπιάστηκα με αυτό που αποκαλούμε «μικρή φόρμα», αφού στο παρελθόν είχα κατά κύριο λόγο ασχοληθεί με το μυθιστόρημα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αναγέννηση του είδους στα ελληνικά γράμματα, πράγμα που με έκανε κι εμένα να πειραματιστώ. Κάθε χρόνο εκδίδονται αρκετές, συγκριτικά με τη ζήτηση και το αναγνωστικό κοινό, συλλογές διηγημάτων, ενώ αρκετοί είναι οι ομότεχνοι που δηλώνουν αυστηρώς «διηγηματογράφοι». Δε θα εξετάσω τις αιτίες γέννησης και τα χαρακτηριστικά του είδους, η τιμή αυτή ανήκει στους φιλολόγους και τους θεωρητικούς της αφήγησης. Θα πω μονάχα πως, ίσως, η άνθηση του μικρού πεζού να είναι κι αυτή σημείο των καιρών μας και της ταχύτητας που τους διέπει. Το διήγημα, πιστεύω, δίνει μια δημιουργική και ανανεωτική διέξοδο στον συγγραφέα, καθώς μπορεί με πιο «συμπυκνωμένο» τρόπο και σε σύντομο διάστημα, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από την ποιότητα της γραφής του ή τα χαρακτηριστικά του προσωπικού του ύφους, να αποδώσει ολοκληρωμένα μέσα σε λίγες γραμμές ή μερικές παραγράφους ένα μικρό λογοτεχνικό επεισόδιο, μια ιστορία. Η καίρια αφήγηση, η οικονομία, η δημιουργία πειστικών χαρακτήρων και ολοκληρωμένης πλοκής μέσα σε λίγες σελίδες δεν είναι κάτι εύκολο, κι ας φαντάζει έτσι στον αναγνώστη. Χρειάζεται βαθιά προσωπική διεργασία στη σύλληψη και την επεξεργασία του θέματος, προκειμένου να αποδοθεί με μια συγγραφική «μονοκονδυλιά».

Η μετάβαση από τη μεγάλη στη μικρή φόρμα δεν ήταν δύσκολη. Αν εξαιρέσουμε τρία από τα δέκα διηγήματα της συλλογής που είχαν γραφεί σε προγενέστερη φάση, το βιβλίο ολοκληρώθηκε σχεδόν μέσα σε ένα μήνα «οργιαστικής» έμπνευσης. Αυτό που μου έκανε εντύπωση – μετά από ένα χρόνο κυκλοφορίας μπορώ να κάνω ένα μικρό απολογισμό αντιδράσεων – είναι η «διαταξική», αν μου επιτρέπεται ο όρος, ευμενής υποδοχή και αποδοχή του βιβλίου. Έλαβα πολύ θετικά σχόλια τόσο από ανθρώπους που ζουν κι αναπνέουν για το βιβλίο όσο και από αυτόν που καλούμε, κακώς, «μέσο» αναγνώστη. Αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός πως η ιστορίες του Νυχτερινού Διαβάτη είναι κι αυτές «διαταξικές», καθώς οι ήρωες αντλούνται από διάφορα στρώματα της νεοελληνικής κοινωνίας (επαρχιώτες, μικρομεσαίοι, αστοί, νεόπλουτοι). Έτσι κάθε αναγνώστης, όπου κι αν ανήκει, μπορεί να ταυτιστεί ή να προβάλει στις ιστορίες της συλλογής κάτι από τις δικές του εμπειρίες. Κοινό στοιχείο σε όλες είναι η σταδιακή απογύμνωση των χαρακτήρων από τα κοινωνικά στερεότυπα που κουβαλούν και το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται. Ο αναγνώστης καλείται να δει τις ζωές των ηρώων όχι όπως οι ίδιοι τις παρουσιάζουν, αλλά όπως πραγματικά είναι. Νομίζω πως αυτό είναι το κλειδί της καλής πορείας που μέχρι σήμερα είχε το βιβλίο, πράγμα που μου δίνει κι εμένα ως δημιουργό δύναμη, καθώς ετοιμάζω μια δεύτερη συλλογή εξερευνώντας πάλι τις δυνατότητές μου πάνω στη μικρή φόρμα.


Περισσότερες λεπτομέρειες στη σελίδα των εκδόσεων ΛΕΜΒΟΣ εδώ.

Διαβάστε εδώ την κριτική παρουσίαση του βιβλίου από τον Πάνο Τουρλή

Πηγή: http://tovivlio.net/%CE%BD%CF%85%CF%87%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC/ 

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Η δική μου επέτειος...



     Κάθε χρόνο σαν σήμερα κατηφορίζαμε από νωρίς με τον παππού τον φαρδύ δρόμο της Τοσίτσα. Φρεσκοξυρισμένος, μύριζε λεβάντα, μες το καλοσιδερωμένο του κοστούμι, φορώντας τον αιώνια βαρύ κοκάλινο σκελετό γυαλιών του με έπαιρνε απ' το χέρι αμίλητος. Μου άρεσε να νιώθω την παγωμένη αίσθηση από το χρυσό σεβαλιέ του στη ζεστή μου παλάμη. Η περίσταση, για λόγους που ως παιδί δεν καταλάβαινα, ήταν σοβαρή και η σιωπή του παππού καθ' όλη τη διάρκεια της πρωινής μας βόλτας το επιβεβαίωνε. Σταματούσαμε για λίγο σ' ένα ανθοπωλείο κοντά στην οδό Μπουμπουλίνας όπου αγόραζε το ίδιο σοβαρός και βλοσυρός μια ανθοδέσμη με δέκα επτά άλικα γαρύφαλλα. Με επιδέξιες κινήσεις έκοβε πάντα το ένα και μου το έδινε. Προσπαθούσα να το κρατώ όσο πιο ντελικάτα μπορούσα πιστεύοντας πως με το παραμικρό άγαρμπο σφίξιμο του χεριού μου ο λεπτός του κορμός, ο πράσινος μίσχος και τα κατακόκκινα πέταλα θα γίνονταν σκόνη... Σαν φτάναμε, μετά από μερικά λεπτά, στην ανοιχτή πύλη του Πολυτεχνείου που φάνταζε γιορτινό με όλα εκείνα τα πολύχρωμα πανό, τα επαναστατικά τραγούδια να ακούγονται από τα μεγάφωνα και το πολύβουο μελίσσι των ανθρώπων που πηγαινοερχόταν, άλλοι χαμογελαστοί κι άλλοι με μάτια υγρά, περιμέναμε υπομονετικά τη σειρά μας στην ουρά που οδηγούσε στο 'μνημείο.' Οι λέξεις ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΑΓΩΝΑΣ γραμμένες κι εκείνες με κόκκινα γράμματα παντού έμοιαζαν να μεγαλώνουν τούτες τις στιγμές και μαζί τους θαρρείς πως μεγάλωνα άξαφνα κι εγώ. Το τεράστιο 'κεφάλι' έπλεε σε μια κόκκινη θάλασσα από λουλούδια και στεφάνια. Το μέγεθος του μου προκαλούσε εντύπωση αλλά και κάποιο φόβο. Όσο κι αν ήθελα να κάτσω πάντα λίγο περισσότερο για να το περιεργαστώ μετά την 'ιεροτελεστία' της κατάθεσης ο παππούς βιαζόταν να επιστρέψουμε σπίτι για το οικογενειακό τραπέζι. Σε κάθε επέτειο η γιαγιά άνοιγε την τραπεζαρία για να υποδεχθεί τη φαμίλια της. Καθώς ανηφορίζαμε τον πεζόδρομο, κι εγώ με ένοχο βλέμμα κοιτούσα κλεφτά την μαρμαρένια πάνω στην οποία τόσες φορές είχα σκαρφαλώσει παίζοντας, ο παππούς σταματούσε πάντοτε μπροστά από ένα χαμηλό παράθυρο στα δεξιά του δρόμου. Εκεί με τον γερασμένο δείκτη του μου έδειχνε ένα βαθούλωμα από σφαίρα στο σιδερένιο καφασωτό. Οι ρυτίδες στο μέτωπό του έμοιαζαν πιο βαθιές εκείνη την ώρα. Τότε μονάχα κι εγώ απέτινα τον δικό μου 'παιδικό' φόρο τιμής αφήνοντας πάνω του το άλικο γαρυφαλλάκι. Ποτέ δεν έμαθα τι ακριβώς είχε γίνει σ' αυτό το σημείο, αν σκοτώθηκε ή τραυματίστηκε κάποιος γνωστός, άγνωστος ή συγγενής. Αλλά θυμάμαι πως κάθε φορά σταματούσαμε σε εκείνο το λαβωμένο καφασωτό...

     Ο παππούς έπαθε εγκεφαλικό και οι επισκέψεις στο Πολυτεχνείο συνεχίστηκαν κάθε χρόνο με τη γιαγιά. Η γιαγιά ήταν πιο ομιλητική από τον παππού. Μιλούσε για εκείνες τις 'μαύρες μέρες...'. Μιλούσε για τους στρατιώτες και τους ελεύθερους σκοπευτές που τους έλεγαν να μην βγαίνουν στα μπαλκόνια γιατί μπορεί να 'φάνε' καμιά αδέσποτη. Μιλούσε για τα κουδούνια που χτυπούσαν δαιμονικά εκείνο το βράδυ και πως βρήκαν στο διαμέρισμά τους καταφύγιο κάποιοι φοιτητές. Μιλούσε, τέλος, και για ένα 'κακόμοιρο' παιδί κάθε φορά που ανηφορίζαμε τον πεζόδρομο και στεκόμασταν μπροστά από το χαμηλό παράθυρο με το σιδερένιο καφασωτό. Όταν πέθανε η γιαγιά οι επετειακές μας επισκέψεις σταμάτησαν τελείως.

Σήμερα δεν κατεβαίνω πια στο Πολυτεχνείο...

Πηγή: 
http://tovivlio.net/%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82/

    

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Λογοτεχνικά σημεία και ‘τέρατα’ των καιρών…


       Οι ‘λογοτεχνικοί’ καιροί είναι δύσκολοι και το άρθρο αν και βιτριολικό σε αρκετά σημεία εντούτοις είναι αν μη τι άλλο αληθινό… Όσοι δεν αντέχουν να έρθουν αντιμέτωποι με την σκληρή αλήθεια που επικρατεί στο χώρο της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής ή είναι υπέρ το δέον εύθικτοι θα τους συμβούλευα να το προσπεράσουν. Όπως και να έχει είμαι σίγουρος πως όλοι λίγο πολύ έχουμε ακούσει, έχουμε ψιθυρίσει ή είναι εν γνώσει μας τα κακώς κείμενα του χώρου αν και σπανίως τα συζητάμε φωναχτά πολύ περισσότερο δε τα βλέπουμε γραμμένα. Επειδή ‘Scripta Manent’ ας ξεκινήσουμε…

      Ακούμε συχνά πως η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει βαθιά τον ήδη πολύπαθο χώρο των ελληνικών γραμμάτων, αλλά στις μέρες μας, μαζί με την αποδόμηση ενός ολόκληρου σαθρού κράτους, έχουμε θυσιάσει στο βωμό της ύφεσης μια ολόκληρη γενιά νέων λογοτεχνών που μάταια αναζητά να επικοινωνήσει με το αναγνωστικό της κοινό. Την τελευταία δεκαετία, άξιοι πρωτοεμφανιζόμενοι και μη λογοτέχνες, πολύ πριν σκάσει η μεταπολιτευτική φούσκα, αντιμετωπίζονται με αδιαφορία κι ενίοτε με αγένεια από το σύνολο του λεγόμενου εκδοτικού συστήματος (εκδότες, βιβλιοκριτικούς, περιοδικό τύπο, έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, βιβλιοπωλεία κλπ). Με λύπη διαπιστώνω πως απουσιάζει πλέον η στοιχειώδης επαγγελματική ευγένεια ανάμεσα σε δημιουργό και εκδότη. Εκδοτικοί οίκοι, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να διαβάσουν τη νέα αυτή σοδειά πνευματικής δημιουργίας (και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι κρίσεις συνήθως ευνοούν τη δημιουργία), είτε στέλνουν ψυχρές απαντητικές επιστολές του τύπου: «Σας ευχαριστούμε για την πρότασή σας. Δυστυχώς, ο εκδοτικός μας προγραμματισμός είναι πλήρης (όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αυτό…) και δεν μπορούμε να την εντάξουμε σε αυτόν», είτε αγνοούν τελείως τους νέους συγγραφείς. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις που εγκύπτουν στο έργο που πέφτει στα χέρια τους, αλλά αδυνατούν να το εκδώσουν λόγω οικονομικών δυσχερειών. Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούς από καθιερωμένους εκδότες του χώρου λόγια όπως : «Δεν χρειάζεται να σας μιλήσω για την αναμενόμενη εμπορική απήχηση των ποιοτικών κειμένων σας σε μια εποχή που η πραγματική λογοτεχνία έχει από χρόνια εξοστρακισθεί και που κυριαρχούν οι εντυπωσιακές πωλήσεις «μυθιστορημάτων» από γυναίκες και για γυναίκες, τα οποία αποτελούν ογκώδη και ελληνοποιημένη εκδοχή των παλαιότερων ‘Αρλεκιν’. Πολύ δε περισσότερο που, για αιτίες που σίγουρα γνωρίζετε, το πνευματικό επίπεδο του σύγχρονου αναγνώστη έχει κατεβεί δραματικά.Βέβαια, πάντα υπάρχει το καλό κοινό που ξέρει να επιλέγει. Αν είμαστε σε άλλες εποχές  θα είχαμε κάθε λόγο να το περιλάβουμε στις εκδόσεις του οίκου μας, πλην όμως,  αυτόν τον καιρό, λόγω των γνωστών σε όλους μας οικονομικών συνθηκών δεν έχουμε τη δυνατότητα».

     Συνεπώς η καλή ή πρωτοπόρα λογοτεχνία και οι δημιουργοί της, που δεν είχαν την τύχη να μεγαλουργήσουν σε εποχές παχιών αγελάδων, περιθωριοποιείται χάριν της εύπεπτης λογοτεχνίας παραλίας και των επανεκδόσεων παλαιότερων επιτυχημένων συγγραφέων. Δεν είναι τυχαίο πως οι Έλληνες λογοτέχνες των δεκαετιών ‘80, ‘90 έως και 2000 περίπου έχουν να επιδείξουν, οι περισσότεροι, ένα πλούσιο βιογραφικό, αφού ανά έτος, ή πολύ κοντά χρονικά, οτιδήποτε έγραφαν εκδιδόταν με ευκολία. Δεν έχει κάποιος παρά να ανατρέξει στις βιογραφίες του ΕΚΕΒΙ για του λόγου το αληθές. Οι νέοι λογοτέχνες, από την άλλη, ανεξάρτητα από την ποιότητα της δουλειάς τους πολλές φορές αναγκάζονται να αφήσουν για χρόνια στο συρτάρι τα έργα τους, αφού το τείχος των εκδοτικών είναι απροσπέλαστο. Αλλά ακόμα κι αν καταφέρουν μετά κόπων και βασάνων να το περάσουν κι αυτό, έχουν να συναντήσουν αρκετούς σκοπέλους μπροστά τους. Η χαρά μιας έκδοσης έχει δυστυχώς αντικατασταθεί με το άγχος μιας αμφίβολης και δύσκολης συνεργασίας. Ανέκαθεν ο λογοτέχνης ήταν ο «ριγμένος» της υπόθεσης (χαμηλά ποσοστά επί των πωλήσεων κλπ), αλλά σήμερα πολύ περισσότερο μια έκδοση ενέχει τον κίνδυνο μεγάλης οικονομικής στήριξης με ελάχιστα κέρδη, όχι πλέον από τον εκδότη, αλλά από τον ίδιο το λογοτέχνη. Φυσικά, όλοι οι τομείς της καλλιτεχνικής δημιουργίας έχουν μπει στην ίδια λογική. Για παράδειγμα, οι σύγχρονες γκαλερί ζητάνε ποσά ενοικίασης από τους καλλιτέχνες προκειμένου να προβάλλουν στις αίθουσές τους τη δουλειά τους και σχεδόν πάντα παίρνουν και κάποιο ποσοστό επί των πωλήσεων. Δυστυχώς, δεν απέχει και πολύ το σύγχρονο ελληνικό βιβλίο από αυτές τις «μεθόδους».

       Οι εκδοτικοί οίκοι ήταν και είναι επιχειρήσεις, πρωτίστως, δεν το ξεχνάμε. Οι ‘ροζ’ σειρές τους άλλωστε, κατά τα λεγόμενά τους, αυτόν τον επικουρικό ρόλο επιτελούν (στηρίζουν με τα έσοδα τους τις πιο ποιητικές…). Απλώς, στις μέρες μας έχουν πετάξει το προσωπείο των πυλώνων πολιτισμού που κάποτε φόραγαν. Δεν είναι τυχαίο πως αρκετοί απορρίπτουν εκ των προτέρων συγκεκριμένα «μη εμπορικά» είδη (όπως η ποίηση, το θέατρο, το δοκίμιο κλπ). Άλλοι πάλι στις επίσημες ιστοσελίδες τους ζητάνε (άκουσον άκουσον) συγκεκριμένο αριθμό λέξεων (γιατί τα ‘τούβλα’ των πεντακοσίων σελίδων ανεβάζουν και τη λιανική τιμή πώλησης…). Έτσι οι μεγάλοι και κραταιοί εκδότες, προσπαθώντας κερδοφόρα να επιβιώσουν, έχουν γίνει υπέρ το δέον επιλεκτικοί προωθώντας συγκεκριμένα «ονόματα» για τη σίγουρη εμπορική τους επιτυχία, ενώ οι πιο μικροί δρουν πλέον απροκάλυπτα ως τυπογραφεία ζητώντας από τη νέα γενιά λογοτεχνών που θέλει να δει το έργο της τυπωμένο υπέρογκα ποσά (της τάξεως των 2,000-3,000 ευρώ και περισσότερο ανάλογα με το τιράζ) χωρίς έπειτα να προβάλλουν ανάλογα τα βιβλία τους. Η συμμετοχή του λογοτέχνη στο κόστος της έκδοσης, η λεγόμενη συνέκδοση ή αυτοέκδοση, είναι «τακτική» συνηθισμένη πια. Πολλοί είναι οι νέοι δημιουργοί που πιστεύουν πως με αυτόν τον τρόπο θα κερδίσουν μια θέση στα ελληνικά γράμματα και καταφεύγουν  σε αυτήν τη λύση, αλλά πλανώνται πλάνην οικτράν. Σπάνια τα βιβλία τους μπαίνουν στις προθήκες των μεγάλων βιβλιοπωλείων, που ας μη γελιόμαστε είναι οι βασικές κοιτίδες επαφής με το αναγνωστικό κοινό. Επίσης το σύνολο των εφημερίδων και των εντύπων ευρείας κυκλοφορίας αγνοεί επιδεικτικά τα δελτία τύπου, ενώ οι βιβλιοκριτικοί δεν στέλνουν καν μια ευχαριστήρια απαντητική επιστολή για τις νέες κυκλοφορίες που έρχονται στα χέρια τους μέσω των μικρών αυτών εκδοτικών. Παντελής αδιαφορία από τα μέσα και μηδαμινή «επικοινωνία» του βιβλίου με το κοινό είναι το τελικό αποτέλεσμα μίας συνέκδοσης στις περισσότερες των περιπτώσεων. Μην ξεχνάμε πως υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να εκδοθούν και λογοτεχνικά ‘σκουπίδια’ με την πρακτική αυτή. Ως υπεύθυνος λογοτεχνικής αξιολόγησης (αυτό που οι παλιοί καλούσαν ‘ο Αναγνώστης’) έχω απορρίψει κατά διαστήματα αρκετά κακογραμμένα χειρόγραφα και τρέμω στην ιδέα πως με την αυτοέκδοση πολλά εξ αυτών θα κυκλοφορήσουν.

     Εν αντιθέσει όσοι δημιουργοί κι εκδότες είναι καλύτερα δικτυωμένοι στον χώρο από την πρώτη κιόλας βδομάδα (καμιά φορά ακόμα και πριν την κυκλοφορία) έχουν να επιδείξουν εγκωμιαστικές κριτικές και ολοσέλιδα αφιερώματα του νέου έργου τους στο έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Κατά καιρούς μέτρια βιβλία γνωστών εκδοτικών έχουν έρθει στα χέρια μου για τα οποία έχουν γραφτεί διθύραμβοι πριν καλά καλά βγουν από τις πρέσες του τυπογραφείου. Επίσης ολοένα και πιο συχνά ανθούν σεμινάρια κι εργαστήρια δημιουργικής γραφής που τα διαχειρίζονται πρωτοεμφανιζόμενοι ομότεχνοι του ενός βιβλίου ή άνθρωποι χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις και σπουδές τις περισσότερες φορές με καλές όμως δημόσιες σχέσεις. Συνεπώς υπάρχει ένα σύστημα δύο ταχυτήτων στην νεοελληνική βιβλιοπαραγωγή και διανομή αλλά και στην υποδοχή από το λεγόμενο ‘σινάφι’ ή τις ‘συντεχνίες’ όπως αρεσκόταν να αποκαλεί τα παρεάκια ο αξέχαστος Μ. Κουμανταρέας. Δε θα αναφερθώ στις κριτικές επιτροπές των λογοτεχνικών βραβείων και στον τρόπο επιλογής των υποψηφίων καθώς κι εκεί οι διαδικασίες μάλλον χωλαίνουν και μόνο αξιοκρατικές δεν μπορούν να θεωρηθούν. Νεαρός συνάδελφος τις προάλλες με έκπληξη διαπίστωσε πώς έπρεπε να κάνει μόνος του μια αίτηση για την οποία κανείς δεν φρόντισε να τον ενημερώσει μιας και προερχόταν από μικρό  κι όχι γνωστό εκδοτικό οίκο. Επί λέξει η υπεύθυνη του κρατικού ετήσιου διαγωνισμού είπε : ‘δεν μπορούμε να ενημερωνόμαστε για κάθε νέο βιβλίο…’.  Εν έτει 2015! Τι κι αν οι ηλεκτρονικές βάσεις (ΟΣΔΕΛ/ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ) είναι ενημερωμένες; Στα χέρια τους φτάνουν πάντα έργα συγκεκριμένων εκδοτικών οίκων κι από εκείνα γίνεται η επιλογή και η διανομή των διακρίσεων.  Δεν είναι τυχαίο πως διαρκώς στα διάφορα λογοτεχνικά βραβεία φιγουράρουν οι ίδιοι εκδότες και τα φιντάνια τους. Συνεπώς η ποιότητα δεν είναι πάντα το κριτήριο για την καλή εκδοτική πορεία και τη βράβευση ενός βιβλίου. Φυσικά το καλό βιβλίο, θα πουν ορισμένοι, δε χρειάζεται προβολή, βρίσκει το δρόμο του και δε θα διαφωνήσω. Με τον όρο όμως να έχει ίσες ευκαιρίες στις διόδους επαφής με το αναγνωστικό κοινό και τους κριτικούς, δηλαδή τα βιβλιοπωλεία, κυρίως τις μεγάλες αλυσίδες, τα λογοτεχνικά περιοδικά και τις εφημερίδες. Επίσης, οι εκδότες αλλά και οι βιβλιοκριτικοί δεν πρέπει να ξεχνάνε πως απαξιώνοντας ή αγνοώντας μία ολόκληρη γενιά νέων λογοτεχνών προβάλλοντας μονάχα όσους θέλουν, επιλέγουν μία τακτική που μελλοντικά ίσως γυρίσει εναντίον τους. Αν δε σπείρεις δε θα θερίσεις δε λέει ο πάνσοφος λαός μας; Απλά στα νεοελληνικά γράμματα προτιμώνται μάλλον συγκεκριμένες ποικιλίες σποράς και φίρμες παραγωγής. O tempora o mores…





Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Διάστιχο

 
«Αποχαιρετισμός» του Αλέξανδρου Κεφαλά
«Αποχαιρετισμός» του Αλέξανδρου Κεφαλά

Ο κόσμος είχε αρχίσει δειλά δειλά να συγκεντρώνεται στην εκκλησία. Πρωί σε κάποιον επαρχιακό ναό. Η έκθεση της σορού, κατά το μακάβριο συνήθειο των μικρών κοινωνιών, είχε ξεκινήσει μια ώρα πριν απ’ τη νεκρώσιμο ακολουθία. Εκείνη κείτονταν μέσα στην κάσα στο κέντρο κάτω από τον μεγάλο κρυστάλλινο πολυέλαιο. Το σάβανο, τα άνθη, όλα ευτάκτως ερριμμένα γύρω της, ύστατη παράσταση στην ανθρώπινη υπόσταση πριν από την τελική αυλαία. Οι στενοί συγγενείς, πρόσωπα παραμορφωμένα σαν γοτθικά ακροκέραμα, απέναντι παρατεταγμένοι· μάζα ομοιόμορφη απ’ τον πόνο, παραδομένη στη θλίψη. «Τι φτιάνεις; Με θυμάσαι; Βρε, πώς άλλαξες; Δε θα σε γνώριζα, καημένε...» ψιθύριζε το λοιπό συγγενολόι καθισμένο σε πηγαδάκια, αποξενωμένο, συναγμένο από τα πέρατα για το θλιβερό το χρέος. Προσπαθούσαν με λύσσα μέσα σε λίγα λεπτά να αναπληρώσουν τα χρόνια που κύλησαν δίχως να τους ρωτήσουν... Οι συστάσεις μεταξύ των άγνωστων συγγενών έπαιρναν κι έδιναν. Χαρμολύπη· λύπη για την απώλεια, χαρά για τη συνεύρεση, υπενθύμιση της θνητής τους φύσης. Τα νεότερα μέλη της οικογένειας έβγαζαν με τα υπερσύγχρονα κινητά τους «αναμνηστικές» φωτογραφίες της νεκρής και κατευθύνονταν βιαστικά προς το προαύλιο για να καπνίσουν. Η post mortem βικτοριανή παράδοση αναβίωνε χάριν της τεχνολογίας του εικοστού πρώτου αιώνα...
Μια φιγούρα σκεβρωμένη διάβηκε ανάμεσά τους σιωπηλή. Λίγοι την παρατήρησαν, λιγότεροι της έδωσαν σημασία. Πλησίασε το ανοιχτό φέρετρο, σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια και προσκύνησε τον «επιτάφιο» τρεις φορές. Έκοψε έπειτα με δυσκολία, με στρεβλωμένα δάχτυλα από αρθριτικά, τα λευκά άνθη από τα χρυσάνθεμα και τα γαρίφαλα που είχε φέρει μαζί της και την έρανε. Φίλησε το μέτωπο χωρίς να αισθανθεί την κρυάδα του θανάτου. Με δάκρυα στα μάτια στάθηκε για λίγο, πριν αποχωρήσει κουνώντας τα σταυρωμένα χέρια της τρυφερά.
«Άντε... άντε... σύρε, Βασιλικούλα μου...» είπε σιγαλά κι έφυγε βουβή.
Δεν ήταν συγγενής μήτε γειτόνισσα, φίλη παιδική ήταν...

Ο
Αλέξανδρος Κεφαλάς γεννήθηκε το 1977 στα Εξάρχεια. Λάτρης του κέντρου, ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Αμερικάνικου Κολεγίου της Ελλάδας στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης. Στο παρελθόν συνεργάστηκε ως επιμελητής εκθέσεων με αθηναϊκές γκαλερί, ενώ ασχολήθηκε παράλληλα με τη διδασκαλία της Ιστορίας της Τέχνης. Στα ελληνικά Γράμματα εμφανίστηκε το 2007 με το μυθιστόρημα Η Αγγλίδα κυρία (Εκδόσεις Διόπτρα). Έκτοτε έχει γράψει και εκδώσει ιστορικό και σύγχρονο μυθιστόρημα, διηγήματα και ποίηση. Το τελευταίο του βιβλίο είναι μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Νυχτερινός διαβάτης – Δέκα αστικές αφηγήσεις (Εκδόσεις Λέμβος). Το 2012 συνεργάστηκε με το λογοτεχνικό fanzin Αστυδρόμος. Σήμερα είναι υπεύθυνος λογοτεχνικής αξιολόγησης (ο «αναγνώστης») στις Εκδόσεις Λέμβος.
 
 
 

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Ιστορία "Μπονζαι..."

 
 
Κά­θε Κυ­ρια­κή
 
ΣΑΝ ΕΜΠΑΙΝΕΣ ΜΕΣΑ σὲ ἀγ­κά­λια­ζε εὐ­θὺς ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο μυ­στη­ρι­ῶ­δες ἄ­ρω­μα ποὺ σὲ με­τέ­φε­ρε σὲ ἄλ­λες πιό… ἁ­γνὲς ἐ­πο­χές. Ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν με­ρι­κὰ λε­πτὰ γιὰ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σεις τὶς λε­πτὲς μυ­ρω­δι­ὲς ζά­χα­ρης καὶ ψη­μέ­νου ἀ­μύ­γδα­λου ποὺ εἶ­χαν νο­τί­σει τὸν ἀ­έ­ρα. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της, μὲ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ μα­ξι­λα­ρά­κια, τὰ σε­με­δά­κια καὶ τὰ πλα­στι­κὰ λου­λού­δια ποὺ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς νὰ βρεῖ στὸ σπί­τι μιᾶς γυ­ναί­κας τῆς ἡ­...λι­κί­ας της, προ­κα­λοῦ­σε ἔκ­πλη­ξη στὸν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στο ἐ­πι­σκέ­πτη ποὺ σπά­νια πέρ­να­γε τὸ κα­τώ­φλι του. Κά­θε γω­νιά του ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να στὴν πα­λέ­τα τῶν ὁ­ποί­ων κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε κυ­ρί­ως τὸ θα­λασ­σὶ καὶ τὸ ρο­δί. Κα­ρα­βά­κια, ἀν­θρω­πά­κια, ζω­ά­κια καὶ ὅ,τι μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ, κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ξύ­λο καὶ πη­λὸ στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους ἀλ­λὰ κι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη καὶ ἀ­σή­μι, λί­γα κι ἐ­κλε­κτά, κά­λυ­πταν κά­θε ἐ­πι­φά­νεια πά­νω στὴν κον­σό­λα, στὴν ἐ­τα­ζέ­ρα, στὴ σι­φο­νι­έ­ρα καὶ τὸ σκρί­νιο τοῦ σα­λο­νιοῦ. Τὸ ἴ­διο αὐ­τὸ δι­α­κο­σμη­τι­κὸ μο­τί­βο ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­ταν, μᾶλ­λον, σὲ κά­θε δω­μά­τιο τοῦ μι­κροῦ σπι­τιοῦ ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν εἶ­χε πο­τὲ προ­χω­ρή­σει πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θι­στι­κὸ γιὰ νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ μι­κρὰ ἀ­να­θή­μα­τα πρέ­πει νὰ ξε­περ­νοῦ­σαν μι­σὸ αἰ­ώ­να ζω­ῆς, ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦ­σε ἡ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη ὄ­ψη τους. Ἄλ­λα πά­λι ἐ­πι­δεί­κνυ­αν μὲ κραυ­γα­λέ­ο θρά­σος τὶς τά­σεις τῶν και­ρῶν. Μο­νά­χα σὰν κα­θό­σουν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ τρα­πε­ζά­κι τοῦ σα­λο­νιοῦ κα­τα­λά­βαι­νες τὴν πη­γὴ αὐ­τῆς τῆς γλυ­κε­ρῆς μυ­ρω­διᾶς ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν μέ­σα ἀ­πὸ μί­α κρυ­στάλ­λι­νη φον­τα­νι­έ­ρα· στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό της λαμ­πύ­ρι­ζαν σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ πο­λυ­ε­λαί­ου πάλ­λευ­κα τὰ κου­φέ­τα.
«Κρά­τα μιὰ καὶ γιὰ τὴν κυ­ρὰ Ἀν­τω­νί­α…» εἶ­πε βα­ρι­ε­στη­μέ­να ὁ διά­κος στὸν νέ­ο καν­τη­λα­νά­φτη δεί­χνον­τας μὲ τὴν κε­φα­λή του μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ στὰ στα­σί­δια. Ἡ στε­α­το­πυ­γι­κή της σι­λου­έ­τα ἀ­σφυ­κτι­οῦ­σε μέ­σα στὸ μαῦ­ρο πα­λιό της τα­γέρ, ἐ­νῶ πά­λευ­ε νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὶς δί­πλες του λαι­μοῦ της μιὰ λε­πτο­δου­λε­μέ­νη κα­δέ­να μὲ τὸ βα­πτι­στι­κό της σταυ­ρου­δά­κι. Ὁ δι­ά­κο­νος συ­νέ­χι­σε τὸ ἴ­διο ἀ­δι­ά­φο­ρα:
«Βρέ­ξει-χι­ο­νί­σει ἔρ­χε­ται στὸν ἐκ­κλη­σια­σμὸ κά­θε Κυ­ρια­κὴ ἡ δό­λια, χρό­νια τώ­ρα. Μέ­νει καὶ στὰ μνη­μό­συ­να καὶ τὶς βα­πτί­σεις… Γε­ρον­το­κό­ρη, μό­νη…»
Σὰν τῆς πρό­σφε­ρε τὴν μπομ­πο­νι­έ­ρα ὁ καν­τη­λα­νά­φτης, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ πάλ­λευ­κα κου­φέ­τα φώ­τι­σε τὸ ἄ­δο­λο χα­μο­γε­λό της.
 

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Σειρά "Μικρά Βιογραφικά" εκδόσεις Λέμβος

Καινούργια σειρά βιβλίων "τσέπης" από τις εκδόσεις Λέμβος

 Η σειρά φιλοδοξεί να φέρει το αναγνωστικό κοινό σε μια πρώτη επαφή όχι μόνο με το έργ...ο σπουδαίων συγγραφέων, αλλά και με την εποχή στην οποία μεγαλούργησαν, καθώς και να φωτίσει τα γεγονότα εκείνα της ζωής τους που διαμόρφωσαν την ιδιοσυγκρασία τους και κατ’ επέκταση το προσωπικό τους ύφος. Η σειρά προσφέρει στο ευρύ κοινό συμπυκνωμένη γνώση για ποικίλα θέματα που σχετίζονται με τον βίο μεγάλων μορφών της λογοτεχνίας. Μέσα από τις σελίδες της ξεδιπλώνονται ιδιαίτερες πτυχές, επεισόδια και παραλειπόμενα της ζωής και του έργου τους με τρόπο απλό. Δεν πρόκειται για αυστηρά «ακαδημαϊκές» μελέτες –η τιμή αυτή ανήκει στους θεωρητικούς και μελετητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας– αλλά ούτε και για απλοποιημένες ή εκλαϊκευμένες προσεγγίσεις. Κάθε μικρό βιογραφικό έχει βασιστεί σε έγκυρες πηγές της ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας και στην πολύχρονη προσωπική μελέτη του εκάστοτε γράφοντος, πράγμα που διασφαλίζει την αρτιότητά του. Εύχομαι η αξιόλογη αυτή προσπάθεια των εκδόσεων Λέμβος να βρει την ανάλογη ανταπόκριση τόσο από τους αναγνώστες όσο κι από λογοτέχνες/μελετητές που θέλουν να συνδράμουν και να εμπλουτίσουν διά της γραφίδας τους τη σειρά.
  Αλέξανδρος Κεφαλάς
Λογοτέχνης-Ιστορικός Τέχνης

 
 

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

O Αλέξανδρος Κεφαλάς στο Εργαστήρι του Συγγραφέα


 
Όλα ξεκίνησαν από έναν μικρό πίνακα του Γιώργου Τάξερη με τίτλο «Νυχτερινός Επιβάτης». Ήταν η εποχή των παχιών αγελάδων, προ κρίσης, τότε που ακόμα εργαζόμουν ως ιστορικός τέχνης σε κάποια γκαλερί της Αθήνας. Έργο εξπρεσιονιστικό με έντονη χρωματική παλέτα, τράβηξε κατευθείαν το βλέμμα μου. Πέραν όμως της μανιέρας, αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον μου και με έκανε να ταυτιστώ μαζί του ήταν το θέμα του: ένας άνδρας ταξιδεύει τη νύχτα καθισμένος σε ένα αστικό λεωφορείο· φαίνεται χαμένος στις σκέψεις του, καθώς το «έξω» γίνεται «μέσα». Δεν είναι  τόσο επιβάτης όσο διαβάτης της νύχτας... Αγόρασα εν τέλει τον πίνακα χωρίς να διστάσω και τον τοποθέτησα απέναντι από το γραφείο μου. Για χρόνια η ματιά μου ξεκουραζόταν πάνω του κάθε φορά που σήκωνα το κεφάλι από τα γραπτά μου. Μια νύχτα απλά μου ένευσε...  Στη φιγούρα του έργου αναγνώρισα κάτι από μένα. Είχε έρθει η ώρα να ασχοληθώ μαζί του.


Η συλλογή διηγημάτων Νυχτερινός Διαβάτης-Δέκα Αστικές Αφηγήσεις, εκδ. Λέμβος, 2014 αναπτύχθηκε γύρω από το ομότιτλο διήγημα που είναι και το πιο αυτοβιογραφικό της συλλογής.Τα δέκα διηγήματα του «Νυχτερινού Διαβάτη» γράφτηκαν, με εξαίρεση δύο που τα είχα συλλάβει σε προγενέστερη χρονική περίοδο, μέσα σε ένα μήνα κάτω από τα επιτακτικά κελεύσματα μιας οργιαστικής έμπνευσης την άνοιξη του 2012. Αποτελούν εικόνες του σύγχρονου αστικού τοπίου και των κατοίκων του, που είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό μου στις διάφορες περιπλανήσεις μου στην πόλη και δεν είναι τυχαίο πως διαδραματίζονται σχεδόν όλες στην Αθήνα, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ακόμα και όσες δεν λαμβάνουν χώρα στην πολύπαθη πρωτεύουσα (Η επέτειος, Ο καφενές, Γερμανικό νούμερο) συνδέονται άρρηκτα με μια «πόλη» αφού αυτή υπάρχει, συχνά στο παρασκήνιο, δίνοντας το ιδιαίτερο χρώμα της ουρμπανιστικής αφήγησης ακόμα κι όταν η ιστορία εξελίσσεται σε κάποιο ορεινό χωριό. Ως υπέρμαχος του κοινωνικού ρεαλισμού (εξ απαλών ονύχων λάτρευα τον Μπαλζάκ και την Ώστεν από τους κλασικούς δυτικούς αλλά και τον Ροϊδη και τον Καραγάτση από τους δικούς μας) με ενδιαφέρει η καταγραφή, ιδίως όταν καταπιάνομαι με τη σύγχρονη πεζογραφία, της κοινωνίας του σήμερα. Οι ήρωές μου,  άνθρωποι από διάφορες κοινωνικές βαθμίδες, είναι εν δυνάμει υπαρκτοί. Μπορεί ο αναγνώστης να αναγνωρίσει σε αυτούς τον γείτονα, τον συνάδελφο, τον συγγενή. Χάριν του ρεαλισμού που υπηρετώ μπορώ να πω πως γίνομαι συχνά ανελέητος στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μου, οι οποίοι αντιμετωπίζονται με επικριτική και σατυρική, πολλές φορές, διάθεση. Δεν είναι, επίσης, λίγες οι φορές που εσκεμμένα κουνώ με νόημα το δάχτυλο στον αναγνώστη σε περίπτωση που δεν έχει διαβάσει πίσω από τις λέξεις, γιατί με ενδιαφέρει να «δει» κι όχι απλά να ακουμπήσει τα όσα περιγράφω. Δεν είναι «υπεράνθρωποι» οι ήρωες του Νυχτερινού Διαβάτη. Έχουν πάθη, αδυναμίες αλλά κι αρετές. Συχνά παλεύουν ανάμεσα στο «πρέπει» και το «θέλω», στο «φαίνεσθαι» και το «είναι», προσπαθώντας να κρύψουν κάτι από την αλήθεια τους. Με ενδιαφέρει να τραβήξω την κουρτίνα και να τους απογυμνώσω από τα οικογενειακά, κοινωνικά, σεξουαλικά στερεότυπα που επιτυχώς ή ανεπιτυχώς προσπαθούν να υιοθετήσουν. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι ιστορίες της συλλογής «χαστουκίζουν» κι έρχονται σε αντίθεση με το σύστημα των αξιών του εκάστοτε αναγνώστη. Δε με ενδιαφέρει να χαϊδέψω τον αναγνώστη, λέω μια ιστορία είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με αυτή. Σε μια βιβλιοπαρουσίαση κάποιος είπε πως ο Νυχτερινός Διαβάτης είναι κατά του «μικροαστισμού». Ίσως και να είναι... 

Το βιβλίο εκδόθηκε ένα χρόνο μετά από το Γλυκό Κυδώνι, εκδ. Τσουκάτου, 2013 , ένα καθαρά ιστορικό, οικογενειακό μυθιστόρημα για τις Κυδωνίες και τις χαμένες πατρίδες. Η αλήθεια είναι πως είχα άγχος γιατί ήταν κάτι εκ διαμέτρου διαφορετικό, όχι μόνο ως λογοτεχνικό είδος αλλα κυρίως λόγω ύφους, και δεν ήξερα τι αποδοχή θα έχει από το πιο συντηρητικό αναγνωστικό κοινό που είχε λατρέψει το νοσταλγικό Γλυκό Κυδώνι. Φυσικά, ο λογοτέχνης πρέπει να είναι αληθινός απέναντι στον εαυτό του, αν δεν θέλει να κοροϊδεύει τους αναγνώστες, και να μη λογοκρίνει ποτέ ο ίδιος τα γραπτά του. Κάπως έτσι εκδόθηκε ο Νυχτερινός μου Διαβάτης, ένα βιβλίο που εμπνεύστηκα από έναν μικρό πίνακα...

ΠΗΓΗ: http://fractalart.gr/alexandros-kefalas-2/

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Τέχνης Σύμμεικτα-Vakxikon Radio



Στο βιτρίνα-στούντιο του vakxikon radio ρυθμίζοντας με τον Στράτο Προύσαλη τα προγράμματα για την εκπομπή μου "Τέχνης Σύμμεικτα" που θα μεταδίδεται κάθε Τρίτη 22:00-00:00 μ.μ.
Με τον όρο σύμμεικτα, εμείς οι λογοτέχνες, αναφερόμαστε στην συνύπαρξη μεσα στην ίδια έκδοση διαφορετικών κειμένων ως προς το είδος, το ύφος αλλά και  το περιεχόμενο. Την ίδια λογική, ενός δημιουργικού δλδ συνονθυλεύματος με γνώμονα την Τέχνη, το Λόγο και τη Μουσική, και τις εκάστοτε διαθέσεις μου, θα ακολουθούμε κι εμείς κάθε εβδομάδα σε μια χαλαρή κουβεντούλα συνοδεία πάντα επιλεγμένων μουσικών.

Μείνετε συντονισμένοι
http://www.vakxikon.gr/webradio/v2/radio.php
Μέσω Live24.gr:http://live24.gr/radio/generic.jsp?sid=2034

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Συνέντευξη στο Vakxikon Radio

 
 
 
Τη Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου, 6-8 το απόγευμα φιλοξενήθηκα στο ζεστό βιτρίνα-στούντιο του Vakxikon (στην Ασκληπιού 17) για μια λογοτεχνική συνέντευξη εφ' όλης της ύλης με τους Εκ=δότες Ν. Πουλάκο και Σ. Προύσαλη.
 http://www.vakxikon.gr/
 
 
 

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Βακχικόν-Λέσχη Ανάγνωσης


 Γλυκό κυδώνι, μυθιστόρημα, Αλέξανδρος Κεφαλάς, εκδόσεις Τσουκάτου 2013
 
     Μια ιστορία που φέρνει την γλυκιά νοσταλγία της μικρασιατικής ζωής και ένα μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει στις αρχές του 20ου αιώνα, σε ένα κλίμα και ένα περιβάλλον αλλοτινά περασμένο μα πότε λησμονημένο. Μέσα από την μυθοπλασία του Αλέξανδρου Κεφαλά, με τις παιδικές μνήμες και τις οικογενειακές θύμησες μες σε ένα πλαίσιο ξέγνοιαστα όμορφο και συνάμα σκληρά δύσκολο -εν μέσω πολέμων ...δηλαδή-, ψυχαγωγούμαστε διαμέσου της Ιστορίας μαθαίνοντας ξανά και ξανά παράλληλα τις ρίζες μας. Να σημειώσουμε τέλος, ότι ο Αλέξανδρος Κεφαλάς είναι ένας έμπειρος μυθιστοριογράφος, όπου μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του, το πιο χθαμαλό της ζωής φαίνεται -και είναι πολλές φορές- σπουδαίο. Οι δε εκδόσεις Τσουκάτου που αγκάλιασαν τη συγκεκριμένη ιστορία έχουν παράδοση σε βιβλία και εκδόσεις με άρωμα Κωνσταντινούπολης και γεύση Μικρασίας.
   
Αλεξία Νταμπίκη