Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

O Αλέξανδρος Κεφαλάς στο Εργαστήρι του Συγγραφέα


 
Όλα ξεκίνησαν από έναν μικρό πίνακα του Γιώργου Τάξερη με τίτλο «Νυχτερινός Επιβάτης». Ήταν η εποχή των παχιών αγελάδων, προ κρίσης, τότε που ακόμα εργαζόμουν ως ιστορικός τέχνης σε κάποια γκαλερί της Αθήνας. Έργο εξπρεσιονιστικό με έντονη χρωματική παλέτα, τράβηξε κατευθείαν το βλέμμα μου. Πέραν όμως της μανιέρας, αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον μου και με έκανε να ταυτιστώ μαζί του ήταν το θέμα του: ένας άνδρας ταξιδεύει τη νύχτα καθισμένος σε ένα αστικό λεωφορείο· φαίνεται χαμένος στις σκέψεις του, καθώς το «έξω» γίνεται «μέσα». Δεν είναι  τόσο επιβάτης όσο διαβάτης της νύχτας... Αγόρασα εν τέλει τον πίνακα χωρίς να διστάσω και τον τοποθέτησα απέναντι από το γραφείο μου. Για χρόνια η ματιά μου ξεκουραζόταν πάνω του κάθε φορά που σήκωνα το κεφάλι από τα γραπτά μου. Μια νύχτα απλά μου ένευσε...  Στη φιγούρα του έργου αναγνώρισα κάτι από μένα. Είχε έρθει η ώρα να ασχοληθώ μαζί του.


Η συλλογή διηγημάτων Νυχτερινός Διαβάτης-Δέκα Αστικές Αφηγήσεις, εκδ. Λέμβος, 2014 αναπτύχθηκε γύρω από το ομότιτλο διήγημα που είναι και το πιο αυτοβιογραφικό της συλλογής.Τα δέκα διηγήματα του «Νυχτερινού Διαβάτη» γράφτηκαν, με εξαίρεση δύο που τα είχα συλλάβει σε προγενέστερη χρονική περίοδο, μέσα σε ένα μήνα κάτω από τα επιτακτικά κελεύσματα μιας οργιαστικής έμπνευσης την άνοιξη του 2012. Αποτελούν εικόνες του σύγχρονου αστικού τοπίου και των κατοίκων του, που είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό μου στις διάφορες περιπλανήσεις μου στην πόλη και δεν είναι τυχαίο πως διαδραματίζονται σχεδόν όλες στην Αθήνα, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ακόμα και όσες δεν λαμβάνουν χώρα στην πολύπαθη πρωτεύουσα (Η επέτειος, Ο καφενές, Γερμανικό νούμερο) συνδέονται άρρηκτα με μια «πόλη» αφού αυτή υπάρχει, συχνά στο παρασκήνιο, δίνοντας το ιδιαίτερο χρώμα της ουρμπανιστικής αφήγησης ακόμα κι όταν η ιστορία εξελίσσεται σε κάποιο ορεινό χωριό. Ως υπέρμαχος του κοινωνικού ρεαλισμού (εξ απαλών ονύχων λάτρευα τον Μπαλζάκ και την Ώστεν από τους κλασικούς δυτικούς αλλά και τον Ροϊδη και τον Καραγάτση από τους δικούς μας) με ενδιαφέρει η καταγραφή, ιδίως όταν καταπιάνομαι με τη σύγχρονη πεζογραφία, της κοινωνίας του σήμερα. Οι ήρωές μου,  άνθρωποι από διάφορες κοινωνικές βαθμίδες, είναι εν δυνάμει υπαρκτοί. Μπορεί ο αναγνώστης να αναγνωρίσει σε αυτούς τον γείτονα, τον συνάδελφο, τον συγγενή. Χάριν του ρεαλισμού που υπηρετώ μπορώ να πω πως γίνομαι συχνά ανελέητος στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μου, οι οποίοι αντιμετωπίζονται με επικριτική και σατυρική, πολλές φορές, διάθεση. Δεν είναι, επίσης, λίγες οι φορές που εσκεμμένα κουνώ με νόημα το δάχτυλο στον αναγνώστη σε περίπτωση που δεν έχει διαβάσει πίσω από τις λέξεις, γιατί με ενδιαφέρει να «δει» κι όχι απλά να ακουμπήσει τα όσα περιγράφω. Δεν είναι «υπεράνθρωποι» οι ήρωες του Νυχτερινού Διαβάτη. Έχουν πάθη, αδυναμίες αλλά κι αρετές. Συχνά παλεύουν ανάμεσα στο «πρέπει» και το «θέλω», στο «φαίνεσθαι» και το «είναι», προσπαθώντας να κρύψουν κάτι από την αλήθεια τους. Με ενδιαφέρει να τραβήξω την κουρτίνα και να τους απογυμνώσω από τα οικογενειακά, κοινωνικά, σεξουαλικά στερεότυπα που επιτυχώς ή ανεπιτυχώς προσπαθούν να υιοθετήσουν. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι ιστορίες της συλλογής «χαστουκίζουν» κι έρχονται σε αντίθεση με το σύστημα των αξιών του εκάστοτε αναγνώστη. Δε με ενδιαφέρει να χαϊδέψω τον αναγνώστη, λέω μια ιστορία είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με αυτή. Σε μια βιβλιοπαρουσίαση κάποιος είπε πως ο Νυχτερινός Διαβάτης είναι κατά του «μικροαστισμού». Ίσως και να είναι... 

Το βιβλίο εκδόθηκε ένα χρόνο μετά από το Γλυκό Κυδώνι, εκδ. Τσουκάτου, 2013 , ένα καθαρά ιστορικό, οικογενειακό μυθιστόρημα για τις Κυδωνίες και τις χαμένες πατρίδες. Η αλήθεια είναι πως είχα άγχος γιατί ήταν κάτι εκ διαμέτρου διαφορετικό, όχι μόνο ως λογοτεχνικό είδος αλλα κυρίως λόγω ύφους, και δεν ήξερα τι αποδοχή θα έχει από το πιο συντηρητικό αναγνωστικό κοινό που είχε λατρέψει το νοσταλγικό Γλυκό Κυδώνι. Φυσικά, ο λογοτέχνης πρέπει να είναι αληθινός απέναντι στον εαυτό του, αν δεν θέλει να κοροϊδεύει τους αναγνώστες, και να μη λογοκρίνει ποτέ ο ίδιος τα γραπτά του. Κάπως έτσι εκδόθηκε ο Νυχτερινός μου Διαβάτης, ένα βιβλίο που εμπνεύστηκα από έναν μικρό πίνακα...

ΠΗΓΗ: http://fractalart.gr/alexandros-kefalas-2/

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Τέχνης Σύμμεικτα-Vakxikon Radio



Στο βιτρίνα-στούντιο του vakxikon radio ρυθμίζοντας με τον Στράτο Προύσαλη τα προγράμματα για την εκπομπή μου "Τέχνης Σύμμεικτα" που θα μεταδίδεται κάθε Τρίτη 22:00-00:00 μ.μ.
Με τον όρο σύμμεικτα, εμείς οι λογοτέχνες, αναφερόμαστε στην συνύπαρξη μεσα στην ίδια έκδοση διαφορετικών κειμένων ως προς το είδος, το ύφος αλλά και  το περιεχόμενο. Την ίδια λογική, ενός δημιουργικού δλδ συνονθυλεύματος με γνώμονα την Τέχνη, το Λόγο και τη Μουσική, και τις εκάστοτε διαθέσεις μου, θα ακολουθούμε κι εμείς κάθε εβδομάδα σε μια χαλαρή κουβεντούλα συνοδεία πάντα επιλεγμένων μουσικών.

Μείνετε συντονισμένοι
http://www.vakxikon.gr/webradio/v2/radio.php
Μέσω Live24.gr:http://live24.gr/radio/generic.jsp?sid=2034

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Συνέντευξη στο Vakxikon Radio

 
 
 
Τη Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου, 6-8 το απόγευμα φιλοξενήθηκα στο ζεστό βιτρίνα-στούντιο του Vakxikon (στην Ασκληπιού 17) για μια λογοτεχνική συνέντευξη εφ' όλης της ύλης με τους Εκ=δότες Ν. Πουλάκο και Σ. Προύσαλη.
 http://www.vakxikon.gr/
 
 
 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Βακχικόν-Λέσχη Ανάγνωσης


 Γλυκό κυδώνι, μυθιστόρημα, Αλέξανδρος Κεφαλάς, εκδόσεις Τσουκάτου 2013
 
     Μια ιστορία που φέρνει την γλυκιά νοσταλγία της μικρασιατικής ζωής και ένα μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει στις αρχές του 20ου αιώνα, σε ένα κλίμα και ένα περιβάλλον αλλοτινά περασμένο μα πότε λησμονημένο. Μέσα από την μυθοπλασία του Αλέξανδρου Κεφαλά, με τις παιδικές μνήμες και τις οικογενειακές θύμησες μες σε ένα πλαίσιο ξέγνοιαστα όμορφο και συνάμα σκληρά δύσκολο -εν μέσω πολέμων ...δηλαδή-, ψυχαγωγούμαστε διαμέσου της Ιστορίας μαθαίνοντας ξανά και ξανά παράλληλα τις ρίζες μας. Να σημειώσουμε τέλος, ότι ο Αλέξανδρος Κεφαλάς είναι ένας έμπειρος μυθιστοριογράφος, όπου μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του, το πιο χθαμαλό της ζωής φαίνεται -και είναι πολλές φορές- σπουδαίο. Οι δε εκδόσεις Τσουκάτου που αγκάλιασαν τη συγκεκριμένη ιστορία έχουν παράδοση σε βιβλία και εκδόσεις με άρωμα Κωνσταντινούπολης και γεύση Μικρασίας.
   
Αλεξία Νταμπίκη
 
 

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Ποιήματα του 2013, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων

 
      Η Κοινωνία των (δε)κάτων πιστή στην καλή ποίηση κάνει επιλεγμένες εκδόσεις ποιητικών συλλογών. Το Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014, στις 12:30 το μεσημέρι, πραγματοποιήθηκε στο Polis Art Cafe, στη Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5, η παρουσίαση της ποιητικής ανθολογίας ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 2013 σε επιμέλεια Έλσας Κορνέτη και Κλεοπάτρας Λυμπέρη, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων. Το ποίημα που επέλεξαν είναι η Λερωμένη Αθωότητα από την ποιητική μου συλλογή Άπολις, Εκδόσεις Οδός Πανός.
 

Βακχικόν #28-Νυχτερινός Διαβάτης

       

papagianniskefalas.jpg 
Νυχτερινός διαβάτης, διηγήματα, Αλέξανδρος Κεφαλάς, εκδόσεις Λέμβος 2014
  

 Την νεώτερη παράδοση του κοινωνικού διηγήματος που τελευταίως γνωρίζει επιτυχία και τα καλύτερα δείγματα της οποίας μεταφράζονται και στο εξωτερικό (ας θυμηθούμε το «κάτι θα γίνει θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου) ακολουθεί ο Αλέξανδρος Κεφαλάς. Η ευαισθησία με την οποία επιλέγονται τα θέματα, ο βαθύς ρεαλισμός, η σκοτεινή αλλά πραγματική οπτική με την οποία απεικονίζεται η σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα, η επίκληση προβληματικών πλευρών της ανθρώπινης συμπεριφοράς όπως ο ρατσισμός, η αχαριστία κτλ δημιουργούν ένα πλήρες αφηγηματικό πλέγμα και μια σταθερή συγγραφική θέση και συγκαταλέγονται στα θετικά του βιβλίου. Ωστόσο η πολιτική ή μάλλον ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα είναι εμφανής και παρεισδύει στον λόγο και στην αφηγηματική σύνθεση και ενοχλεί, όχι γιατί υπάρχει, αλλά γιατί είναι υπερβολικά εμφανής και πρόδηλη.
 
  Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς σχολιάζει δια χαρακτηρισμών, όποτε όμως αφήνει τον αναγνώστη να εξάγει τα συμπεράσματά του από την ίδια την ιστορία κι όχι από διδακτικά επίθετα και παρεκβάσεις, το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό. Ως παράδειγμα: «τα εμετικά σπαράγματα των θέσεων του περιπτερά». Ίσως θα αρκούσε «τα σπαράγματα των θέσεων του περιπτερά» και ο χαρακτηρισμός «εμετικά» να αφεθεί στον αναγνώστη. Η οπτική που επιλέγει, εκείνη του παντογνώστη αφηγητή, δεν ωφελεί κατά τη γνώμη μου το βιβλίο, καθώς οι μοίρες και οι χαρακτήρες των ανθρώπων δεν εξυφαίνονται αλλά παρουσιάζονται, τα γεγονότα δεν υπονοούνται αλλά ιστορούνται και, μοιραία, οι αφηγηματικές θέσεις δεν εξάγονται, αλλά επιβάλλονται. Όμως ο Αλέξανδρος Κεφαλάς με το πληθωρικό ταπεραμέντο που αναδεικνύει δίνει υποσχέσεις για μια πολύ καλύτερη συνέχεια.
Γιάννης Παπαγιάννης

Ο Γιάννης Παπαγιάννης γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά κατάγεται από την Ικαρία. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κι έκανε master στην Πληροφορική. Εργάστηκε σε εταιρείες και σε σχολές πληροφορικής. Διορίστηκε στη Μέση Εκπαίδευση ως Καθηγητής Πληροφορικής. Το 1987 δημοσίευσε το πρώτο μυθιστόρημά του με τίτλο "Πέντε ώρες". Το 1993 εκδόθηκε το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο "η Πικρή Γεύση", και το 1998 το τρίτο μυθιστόρημά του με τίτλο "Ο ύπνος περιβάλλει". Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2003 προβλήθηκε η ταινία μικρού μήκους "ο Τοίχος", βασισμένη σε διήγημά του. Το 2005 το σενάριό του με τίτλο "Σάπια Μήλα" προκρίθηκε στην πρώτη φάση του προγράμματος "μικροφίλμ" της ΕΡΤ. "Η ασθένεια της πεταλούδας" είναι το τέταρτο μυθιστόρημά του.

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Στα χνάρια που άφησε ένας "νυχτερινός διαβάτης" του Νικόλα Μαθιουδάκη


 
10: Δέκα ιστορίες· δέκα αφηγήσεις με σκηνικό ένα απροσδιόριστο σύγχρονα αστικό τοπίο. Ένα τοπίο άλλοτε διαφανές και άλλοτε ασαφές, άλλοτε ρεαλιστικό και άλλοτε φαντασιακό, άλλοτε ανθρώπινο και άλλοτε «απ-άνθρωπο».
Οι δέκα αστικές αφηγήσεις του συγγραφέα παρουσιάζονται σαν «μια ισχνή σκιά του εαυτού του» ή και των ιδιοσυγκρασιακών πτυχών του χαρακτήρα του ή «ως μέρος της περίεργης συλλογής του μυαλού», χωρίς όμως να φανερώνουν έντονα αυτο-βιο-γραφικά στοιχεία, εκτός μερικές περιπτώσεις στιγμών και γεγονότων.
Η θεματολογία του Κεφαλά παρουσιάζει μια έντονη ποικιλία που πηγάζει περισσότερο από την πραγματικότητα και λιγότερο από τη φαντασία. Οι περισσότερες ιστορίες ξετυλίγονται σε ένα μοντέρνο αθηναϊκό σκηνικό –αν εξαιρέσουμε τρεις· ιστορίες νέων ή και μεγαλύτερων σε ηλικία που προκαλούν τη διάθεση για άμεση ανάγνωση και ταυτοποίηση των σκέψεων και των συναισθημάτων του αναγνώστη με τους ήρωες του βιβλίου.
Ήρωες των ιστοριών είναι τύποι ανθρώπων της διπλανής πόρτας ή της ίδιας γειτονιάς. Οι περισσότεροι από αυτούς αποτελούν αντανακλάσεις των ίδιων μας των εαυτών ή ακόμα και αν δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση σίγουρα υπάρχει αναγνώριση ομοιοτήτων στις καταστάσεις της καθημερινότητας. Η Βιργινία, ο Περίανδρος, η Βέττα, ο Ορέστης, ο Μάνος, η Φρόσω, ο Παύλος και ο Στράτος, η Διονυσία και η Αγγελική, ο Άρης και η Λυδία, ο Τάκης, η Ευτυχία και η Κική, ο Ορφέας και τόσες άλλες γνωστές-άγνωστες φιγούρες μιας πόλης. Η απόλυτη περιγραφή των προσώπων που έχουν όλοι ένα καλοδουλεμένο υπόβαθρο δημιουργούν χαρακτήρες ενός ανομολόγητου θεάτρου Σκιών.
Ο συγγραφέας μεταχειρίζεται τους ήρωες του μέσα στο θέμα της αφήγησης με ύφος απλό και σημασιολογικά ενεργό, αποκαλύπτοντας μια γλώσσα που ρέει σαν ορμητικό ποτάμι σκέψεων, μια γλώσσα που αποτυπώνει σαν ιδιότυπο ψυχογράφημα συναισθημάτων τις στιγμές και τις καταστάσεις μιας ρεαλιστικής πραγματικότητας. Η μνήμη –καθώς και η ανάμνηση– παρουσιάζεται σαν ένα είδος φωτογραφικής εικόνας που απλά περιγράφει ανθρώπινα συμβάντα που είναι το δίχως άλλο από τη ζωή βγαλμένα. Η γλώσσα λιτή και νεανική με θραύσματα καθαρευουσιάνικης διάθεσης που διανθίζεται με ιδιολεκτικές λεξιλογικές εξάρσεις. Σποραδικά ο λόγος από τη μία πλευρά πυροδοτείται με μετρημένες βωμολοχίες μιας ζυγισμένης αθυροστομίας, ενώ από την άλλη εμπλουτίζεται με ξενικές φράσεις και εκφράσεις είτε εξελληνισμένες είτε στην πρότυπη γραφή τους. Λόγος ακαριαίος και όχι ακραίος, καίριος και άμεσος δημιουργεί μια πολυεπίπεδη βάση ρεαλιστικής πραγματικότητας ανάμεσα στην κοινωνία και την ηθογραφία, με προσεχτικές ακροβασίες λυρισμού και ρομαντισμού του λόγου.
Οι δέκα αστικές αφηγήσεις του Κεφαλά μοιάζουν με στιγμές μιας ανθρώπινης ζωής, με σκέψεις του καθενός προς τον Άλλο καθένα: οι ιστορίες είναι εικόνες από ένα πολυδιάστατο μωσαϊκό ενός ταξιδεμένου νου που συναρμονίζονται και συνακολουθούν τη σύνθεση μιας αλλόκοτης αστικής πράξης:
Πρώτη εικόνα: «Η μαρμαρένια κόρη»
Η ηρωίδα προσωπογραφείται με τα πρότυπα της κλασικής ελληνίδας μάνας που φαντασιακά συνταυτίζει τον άδικο χαμό της κόρης της με ένα εθνικό χαμό και φυσικά άδικο: την αρπαγή των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Η Βιργινία ως άλλη Ελλάδα αναζητά απεγνωσμένα την «Κόρη» που άθελά της χάθηκε… Το δίχως άλλο απλά να την κοιτάξει στα μάτια έστω για τελευταία φορά, μια στιγμή που φανερωνόταν ως υπέρτατα ιερή και μυσταγωγική:
«Και ξαφνικά, μέσα σε εκείνο τον κυκεώνα από αρχαία ελληνικά λάφυρα, την είδε να στέκει αγέρωχη. Το φόρεμά της γεμάτο πτυχές άφηνε να διαγραφεί το μεστό νεανικό κορμί της. Τα σφριγηλά της στήθη διαγράφονταν κάτω από το ένδυμα ευδιάκριτα, ενώ το αριστερό της πόδι το είχε προτάξει με απαράμιλλη χάρη μπροστά. Τα χέρια έλειπαν, όπως και μέρος της μύτης, αλλά η απουσία αυτή δεν αποδυνάμωνε την ομορφιά του συνόλου. Η Βιργινία διέκρινε το ίδιο περήφανο βλέμμα, το ίδιο φαρδύ μέτωπο, τα ίδια κυματιστά μαλλιά κι εκείνο το αυστηρό στόμα. Αναγνώρισε αμέσως τη χαμένη μαρμαρένια της κόρη. Την πλησίασε με δάκρυα στα μάτια…»
Το τέλος σύντομο και τραγωδιακά αναμενόμενο δίχως όμως να αποδυναμώνει διόλου το συναίσθημα ενός αφηγηματικού κινηματογραφικού φινάλε.
Δεύτερη εικόνα: «Ατυχής σύμπτωση»
Η ατυχής σύμπτωση που περιγράφεται στο διήγημα είναι δύο διαστάσεων και δύο σημασιών. Η μία «ατυχής σύμπτωση» είναι ταύτιση στο πρόσωπο του ήρωα δύο επιλογών αντιδιαμετρικά αντίθετων -ή μήπως όχι: η κοινωνική επιλογή της φασιστικής πολιτικογράφησης και η ατομική επιλογή του ομοφυλοφιλικού έρωτα. Η άλλη «ατυχής σύμπτωση» είναι η συνάντηση του Περίανδρου με ένα ατυχές λάθος του παρελθόντος, μιας «θύμησης από τα παλιά», που επιβεβαίωνε την άφατη επιθυμία του: τη σύγκρουση του εσωτερικού με του εξωτερικού κόσμου.
Τρίτη εικόνα: «Ταξίδι στον αέρα»
Η κατ’ επιλογή φυγή της ηρωίδας προς το εξωτερικό με μοναδικό επιχείρημα της ορθής απόφασης «να μείνει με την οικογένεια» των παιδιών της προκειμένου να της παρέχουν «κάθε δυνατή φροντίδα». Η Βέττα, αναλογιζόμενη την έννοια της ευτυχίας και της οικογένειας, αποφάσισε να μετοικήσει προσφέροντας το ταξίδι τούτο ως «ύστατη θυσία στον οικογενειακό βωμό»
«Από το πρωί αισθανόταν μια ατονία… Οι σκέψεις βάρυναν το μυαλό της… Η καρδιά της Βέττας σφίχτηκε… Μόλις είχε συνειδητοποιήσει πως ίσως να μην έβλεπε ποτέ πια την Ελλάδα… Έκλεισε τα μάτια της. Σε λίγο όλα θα τέλειωναν. Το ταξίδι στον αέρα, ένα ταξίδι που την έφερνε σε έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη ζωή, θα τελείωνε… Έσφιγγε γερά τα μάτια της, σαν να μην ήθελε να τελειώσει ποτέ αυτό το ταξίδι. μακάρι αυτή η στιγμή να διαρκούσε για πάντα. Εκεί, ψηλά στον αέρα, μεταξύ γης αι ουρανού, ίσως κρυβόταν η αλήθεια…»
Το φινάλε της ιστορίας αγγίζει τα όρια του μελοδραματικού αλλά ποιος είπε ότι το μελόδραμα δεν αποτελεί ένα σημαντικό αποτύπωμα της ανθρώπινης έκφρασης. Μια απρόσμενη συγκινησιακή θλίψη καταλήγει με το τέλος του ταξιδιού στον αέρα.
Τέταρτη εικόνα: «Περί τέχνης»
Μπροστά στη βιτρίνα μιας γνωστής αθηναϊκής γκαλερί, ο ήρωας της ιστορίας, ένας «πωλητής πολυτελείας» περιγράφει τις στιγμές της νεοπλουτίστικης αστικής τρέλας περί τέχνης. Η φράση «Μα θα ήθελα τη βοήθειά σας… Ξέρετε, δεν γνωρίζω πολλά από ζωγραφιές…» αποκαλύπτει ένα σύμπτωμα διόλου ξένο ή παράξενο της σύγχρονης κοινωνίας αφού ο πλούτος και η δύναμη πρέπει να ακολουθούνται και από κάποια μορφή αισθητικής και πολιτισμού. Δυστυχώς οι έννοιες αυτές σπάνια ταυτίζονται.
Πέμπτη εικόνα: «Ο καφενές»
Σε ένα παραδοσιακό χωριάτικο καφενέ ξετυλίγεται η σχέση πατέρα-γιου: ο πατέρας παραδοσιακός με επιθυμία υπεροχής έναντι της ζωής του γιου του, ο γιος προοδευτικός δίχως να καθηλώνεται στις απαρχαιωμένες επιταγές της κοινωνικής εικόνας· η σύγκρουση κατά μέτωπο αποκαλύπτει τις ψυχογραφικές πτυχές των ηρώων και ιδιαίτερα του γιου: «Ο νους του αιωρούταν μεταξύ βεβαιότητας και αμφιβολίας. Για το μόνο που δεν αμφέβαλλε ήταν πως μετά τον θάνατο της μητέρας του είχαν αποξενωθεί. Χρόνο με τον χρόνο απομακρύνονταν. Είχαν καταντήσει εξ αίματος ξένοι…»
Έκτη εικόνα: «Η επέτειος»
Στο εσωτερικό ενός μοντέρνου αθηναϊκού σπιτιού ξετυλίγεται –αυτή τη φορά σε αντιπαραβολή με την προηγούμενη αφήγηση– η σχέση μητέρας-γιου, και κατ’ αναλογία πεθεράς-νύφης: η ιστορία αποτελεί μια καλοστημένη φάρσα ή ακόμα ένα φτιασιδωμένο ψέμα στο οποίο ο γιος με τη «λευκή» γυναίκα του επιβάλλουν στη μητέρα του και πεθερά της. Σε τρεις διακεκομμένες στιγμές ο συγγραφέας παρουσιάζει τέσσερις ομοφυλόφιλους νέους –δύο άντρες και δύο γυναίκες– να υποδύονται οι μεν το ευτυχισμένο ζευγάρι και οι τους αγαπημένους κουμπάρους· μια ακριβή θεατρινίστικη παράσταση με ένα μόνο θεατή.
Έβδομη εικόνα: «Γερμανικό νούμερο»
Μια στρατιωτικού θέματος αφήγηση περιγράφεται –ως ένατη εικόνα του βιβλίου του Κεφαλά– όπου ήρωας είναι ένας νέος στρατεύσιμος. Ο έρωτας και η φιλία σε αντιπαράθεση με την πειθαρχία και τη σοβαροφάνεια που διακατέχει την έννοια της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. «Εκεί που σταματά η λογική ξεκινά ο στρατός», μια φράση πλέον παραδοσιακή για να περιγράψει αλλόκοτες καταστάσεις. Στο παραλήρημα των σκέψεων του στρατιώτη Άρη αποτυπώνεται μια φαντασιακή ιστορία με ονειρικές ενδείξεις ανάμεσα στην πραγματικότητα ή στη φαινομενική πραγματικότητα που ο νους πλάθει και μεταπλάθει γεγονότα και καταστάσεις. Ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο υπάρχει και η αυτοχειρία, η οποία στην περίπτωση του ήρωα μας δεν απέβη μοιραία διακοπή της εφήμερης ζωής του, αλλά σεναριακή ανατροπή της σκέψης του: η συνάντηση ενός ζωντανού και ενός νεκρού, καθώς και η συζήτησή τους αποτελεί ένα σημαντικό σημείο προς διερεύνηση, αφού δίνει μια υπερτατική ψυχογραφικά δυναμική στην αφήγηση.
Όγδοη εικόνα: «Ο συλλέκτης»
Μια κωμική ιστορία με ήρωα ένα πλούσιο μεγαλοαστό –προσωποποίηση του εύκολου πλουτισμού– μέλος της «νεόκοπης μεγαλοαστικής τάξης χωρίς παιδεία, διατεθειμένη όμως να ξοδέψει υπέρογκα ποσά για να στολίσει με έργα τέχνης τις άνετες μοντέρνες κατοικίες της στα βόρεια και νότια προάστια των Αθηνών». Η εύπεπτη τέχνη –ακριβή και απροβλημάτιστη– αποτελεί «το σύμβολο της ισχύος του», καθώς «το χρήμα ήταν απόλυτη δύναμή» του, δίνοντας του τον τίτλο του συλλέκτη και του Μαικήνα των Καλών Τεχνών.
Ένατη εικόνα: «Σαν αδελφές»
Μια ηλικιωμένη δασκάλα είναι η ηρωίδα του διηγήματος που περιγράφει δραματικά τη στάση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο διά μέσου της έννοιας της φιλίας. Δύο φίλες σαν αδελφές μοιράστηκαν τα καλά και τα κακά, τις χαρές και τις λύπες, αλλά ο χρόνος ξεθώριασε την ωφελιμιστική ανάγκη της μίας προς την άλλη, αναδεικνύοντας την αγαθή σκέψη της Ευτυχίας –της ηρωίδας μας– για ανάγκη επικοινωνίας· η εναρκτήρια σκηνή τοποθετεί το σημαντικό ζήτημα υπό διαπραγμάτευση:
«Ο δροσερός αέρας τής χάιδευε ευεργετικά τα μάγουλα. Το είχε τόσο ανάγκη. Μηχανικά σχεδόν, χωρίς να σκέφτεται, τα βήματά της την οδήγησαν στο μικρό παρκάκι της γειτονιάς. κάθισε αποκαμωμένη σ’ ένα παγκάκι. Για ώρα πολλή παρατηρούσε τις φθαρμένες άδειες κούνιες και ο νους της πήγαινε στα παλιά… Πώς περνάνε τα χρόνια… Πώς αλλάζουν οι άνθρωποι…»
Δέκατη εικόνα: «Νυχτερινός διαβάτης»
Ο νυχτερινός διαβάτης –που δίνει το όνομά του στο σύνολο των αφηγήσεων– αποτελεί ένα συνονθύλευμα σκέψεων και γνώσεων, ένα κράμα αναμνήσεων και ιστοριών, ένα κολάζ ανθρώπων και καταστάσεων που ο καθένας μας κουβαλά ως άφατο μυστήριο ή κρυφό θησαυρό στο νου και γιατί όχι και στην καρδιά. Ο ήρωας βουτηγμένος σε έναν ιστορικό χείμαρρο, εμπλέκει το παρόν με το παρελθόν σε κάθε εικόνα και σε κάθε ήχο ή κίνηση που συναντά.
«Άνθρωπος δίχως μνήμη, τόπος στερημένος ιστορίας, δεν είναι πουθενά, δεν αναζητεί τίποτε, αρκείται στο εφήμερο, αγνοεί ή απαξιώνει το αιώνιο…»
Στην τελευταία ιστορία ο συγγραφέας δημιουργεί ένα μουσικό αφήγημα που ενυπάρχει στον λόγο ως ένα ιδιότυπο εκφραστικά μουσικό χαλί. Ο Ορφέας περιγράφεται να περιδιαβαίνει τη νύχτα σε μια απρόσμενη δίνη πραγμάτων και αναμνήσεων της ζωής εαυτού και άλλων:
«Ένα τράνταγμα του λεωφορείου τον επανέφερε στο παρόν. Κοίταξε έξω από το βρόμικο παράθυρο. Σηκώθηκε βιαστικά και πάτησε το κόκκινο κουμπί της στάσης… Κατέβηκε, έβγαλε τα ακουστικά από τα αυτιά του… Ήθελε να αφουγκραστεί τους ήχους της πόλης, της δικής του πόλης, κι ας αισθανόταν άπολις μήνες τώρα…»
Κάπως έτσι ο ήρωας διά της γραφίδας ρεαλισμού και υπερρεαλισμού του συγγραφέα αφουγκράζεται την ανάσα της πόλης και των ανθρώπων της προκειμένου να προχωρά ως νυχτερινός αμίλητος διαβάτης…
 
 
* Ο Νίκος Μαθιουδάκης είναι διδάκτορας Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας & Λογοτεχνικής Υφολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και εργάζεται ως Επιστημονικός Σύμβουλος των Εκδόσεων Καζαντζάκη.

ΠΗΓΕΣ:
http://fractalart.gr/nichterinos-diavatis/
http://christianity-together.edu.gr/portal/2014/10/31/%cf%83%cf%84%ce%b1-%cf%87%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%85-%ce%ac%cf%86%ce%b7%cf%83%ce%b5-%ce%ad%ce%bd%ce%b1%cf%82-%ce%bd%cf%85%cf%87%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd%cf%8c%cf%82/