Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Ιστορικό Κέντρο... ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ (;)


    Η έκθεση φωτογραφίας του γνωστού δημοσιογράφου και συγγραφέα Νίκου Βατόπουλου «Η Αθήνα ενός αθηναιογράφου» που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο στην αίθουσα τέχνης ena, είχε σκοπό να αναδείξει αρχιτεκτονικά κοσμήματα του πολύπαθου ιστορικού κέντρου της πρωτεύουσας. Με πραγματική εικαστική ματιά ο Νίκος Βατόπουλος αποτύπωσε με το φωτογραφικό του φακό εξαιρετικά σπαράγματα της άλλοτε καλαίσθητης αθηναϊκής αρχιτεκτονικής. Νεοκλασικισμός, αρτ νουβώ, αρτ ντεκό, μπάουχαουζ, όλα ήταν εκεί για να μας υπενθυμίζουν την ιστορία της πόλης και όσα μπορούμε να κάνουμε για να την αναδείξουμε. Όσοι μεγαλώσαμε στο κέντρο το πονάμε έτσι όπως κατάντησε...
     Κάποτε έπαιζα στο πάρκο της Τοσίτσα και στον περίβολο του αρχαιολογικού μουσείου, έκανα ποδήλατο στο Πεδίον του Άρεως, βόλτες στο λόφο του Στρέφη και περπατούσα κατά μήκος της Πατησιών αμέριμνος. Σήμερα δεν τολμώ να κυκλοφορήσω μετά τις εννέα πιο κάτω από την πλατεία Βικτορίας πεζός, ενώ, ανάλογα με τις ανούσιες περιπολίες «αποτροπαϊκού» χαρακτήρα, πότε στο πάρκο της Τοσίτσα και άλλοτε στη Στουρνάρη και τα γύρω στενά γίνεται το αδιαχώρητο από τους «ζωντανούς νεκρούς» τοξικομανείς. Ο μελανός πλέον καμβάς του αλλοτινού λίκνου της μπουρζουαζίας είναι γεμάτος από ένα θλιβερό μωσαϊκό σκιών… Εξαθλιωμένοι οικονομικοί μετανάστες, ζητιάνοι και διαρκώς αυξανόμενοι άστεγοι (οι πιο αδύναμοι κρίκοι της οικονομικής ύφεσης) συνθέτουν τους μόνιμους πλέον περιθωριακούς κατοίκους του ιστορικού κέντρου της Αθήνας. Η απαξίωση που βιώνει τα τελευταία δύο χρόνια το κέντρο της πρωτεύουσας έχει λάβει πλέον διαστάσεις μάστιγας. Τα σημάδια της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας, που είχαν ήδη εμφανιστεί μετά τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ολοένα και πληθαίνουν κάνοντας της γειτονιές του κέντρου να μοιάζουν με φαντάσματα. Νεοκλασικά που καταρρέουν, εξαιρετικά δείγματα Deco και Bauhaus αρχιτεκτονικής να έχουν μετατραπεί σε καταυλισμούς, ενώ το μεγαλύτερο μέρος, όχι μόνο των συνοικιακών καταστημάτων αλλά κι αυτών που βρίσκονται σε κεντρικούς δρόμους, να κλείνουν το ένα μετά το άλλο είναι φαινόμενα δυστυχώς καθημερινά. Τις πταίει;
     Το ιστορικό κέντρο δεν απαξιώθηκε εν μια νυκτί. Η αδιαφορία των δημοτικών αρχών και των διάφορων εμπλεκόμενων φορέων του δημοσίου που επί δεκαετίες εθελοτυφλούσαν στα προβλήματα συντήρησης και καθαριότητας, η απουσία μεταναστευτικής πολιτικής και κοινωνικής πρόνοιας, οδήγησαν σε μία άνευ προηγουμένου έκρηξη της εγκληματικότητας και περιθωριοποίησης των κοινωνικά αδύνατων με πυρήνα το κέντρο της Αθήνας. Η κατάσταση για τους μόνιμους κατοίκους που αρνούνται να εγκαταλείψουν τις γειτονιές που μεγάλωσαν αλλά και για όσους εργάζονται στο κέντρο είναι ανυπόφορη. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία, είχαμε 10 % αύξηση του τουρισμού στην Αθήνα από πέρσι κι όμως φέτος έκλεισαν τα περισσότερα ξενοδοχεία της πρωτεύουσας…Το κέντρο της πόλης μας μέρα με τη μέρα μαραζώνει. Τα σπασμένα μάρμαρα σε τράπεζες, δημόσια κτήρια και στους σταθμούς του μετρό είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της παρακμής του. Άστεγοι που παραπαίουν και τοξικομανείς με ανοιχτές πληγές σε κάθε γωνιά της πόλης  μαρτυρούν μία κοινωνία σε πολιτική και ηθική αποσύνθεση. Η οικονομική κρίση δε δημιούργησε το τέρας αυτό της εξαθλίωσης που προϋπήρχε απλά το έθρεψε ακόμα περισσότερο.
Παρόλα αυτά χαίρομαι ακόμα με τις προσπάθειες ανάδειξης της ομορφιάς που κρύβει η Αθήνα από σπουδαίους συμπολίτες μας που με τις δράσεις, την πένα αλλά και το εικαστικό τους έργο προσπαθούν να φέρουν στην επιφάνεια όσα η πολιτική αδιαφορία καταπόντισε.
 
ΠΗΓΗ: Εφημερίδα ο Πολίτης, Ιούλιος 2014, σελ.20
 
Ó Αλέξανδρος Κεφαλάς  2014

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Νυχτερινός Διαβάτης-Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

 
Ο θρίαμβος της μικρής φόρμας
 
 του Νίκου Βατόπουλου
 

"Αυτή η βουβή αναγέννηση γεμίζει με αφρό –σαν κύμα που σκάει στην ακτή– τις δεξαμενές της ελληνικής λογοτεχνίας. Νέο αίμα, νέες φωνές, η γενιά του 1975 και του 1985, κάποιοι μεγαλύτεροι, κάποιοι άλλοι που ετοιμάζονται, που βγαίνουν στο προσκήνιο, με αυτοπεποίθηση, ή σεμνή παρρησία, με όχημα τη γλώσσα, την αισθητική, τον σάρκινο ρεαλισμό, τη στοχαστική αλληγορία, τον γκροτέσκο αυτοσαρκασμό.

Είναι κάτι που σχεδιάστηκε με τον άγραφο νόμο της ηθικής συγκυρίας και της σοφής τυχαιότητας, καθώς η ελληνική κοινωνία, μέσα από τον πολύπτυχο και βαθύ θρυμματισμό της ζητούσε (ζητεί) εκφραστές. Σπάνια έχουμε δει τέτοια προσφορά σε διηγήματα και νουβέλες, σε μια πλατιά γκάμα ύφους και επιρροής, από τον ρωσογαλλικό 19ο αιώνα ώς τα αμερικανικά ’50s. Eνδιάμεσα, πάνω και πέρα από κάθε επιρροή, αναφύεται ευγενώς, αυτοτελώς και ευθαρσώς η νέα ελληνική σχολή της μικρής φόρμας. Και αυτό είναι μία νίκη της εποχής μας.

Από το «Αστείο» του Γιάννη Παλαβού (εκδ. Νεφέλη, 2012) και το «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» του Αλέξανδρου Κυπριώτη (εκδ. Ινδικτος, 2013) είχε φανεί η καλά οργανωμένη σκηνή της μικρής φόρμας. Πολλοί ακόμη είχαν προετοιμάσει αυτήν την ανάδυση που μέσα σε μία διετία έδωσε νέες φλέβες σε έναν ολόκληρο κόσμο. Οι νέας κοπής διηγηματογράφοι, ακολουθώντας θέλοντας ή μη μια μακρά παράδοση ερωτοτροπίας της ελληνικής γλώσσας με τη μικρή πεζογραφική κλίμακα, έχουν φέρει όχι μόνο τη ζωογόνο παρουσία τους, αλλά θέτουν πλέον τις βάσεις για να μιλάμε για τη γενιά του 2010. Είναι η εκφραστική ενηλικίωση πολλών δημιουργών σε όλες τις μορφές της τέχνης, την τελευταία πενταετία, μία ενηλικίωση που στη λογοτεχνία σηματοδοτείται θεαματικά με πολλά νέα και καλά βιβλία.

Από τους πρόσφατους τίτλους μικρής φόρμας έχει ήδη εντυπωσιάσει η συλλογή διηγημάτων του ώριμου στη γραφίδα Νικόλα Σεβαστάκη («Γυναίκα με ποδήλατο», εκδ. Πόλις), μικρές ιστορίες με εξαιρετική εικονοποιητική και συνειρμική δύναμη. Τα μικρά πορτρέτα, οι σκηνές ζωής, τα θραύσματα και τα σπαράγματα αστικού βίου συνθέτουν υβριδικά, εμμονικά, επαναληπτικά και υπνωτιστικά, σε ένα μεταίχμιο ρεαλισμού και φαντασίας, το νέο τοπίο της ελληνικής διηγηματογραφίας. Οι νουβέλες, όπως οι «Αλεπούδες στην πλαγιά» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη (εκδ. Πατάκη), εξακτινώνουν ακόμη περαιτέρω, σε ευρύτερους κύκλους, τη μικρή φόρμα υψηλής πυκνότητας.

Η αυτοναφορικότητα, η αυτοβιογραφία, η ανατομία της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας, η νέα κοινωνία με τον θρυμματισμένο ιστό, η αναμνησιολογία και η υπερρεαλιστική φαντασία, όπως και η ίδρυση νέας μορφής σχέσεων με το ίδιο το σώμα, το άστυ, τον εθνοκεντρισμό και την πολυπολιτισμικότητα, σε ένα κάδρο μικρού ή μεγάλου τόπου, ημιαστικής ή κοσμοπολίτικης υφής, ορίζουν έναν γαλαξία με λάμψη αυξομειούμενης έντασης.

Θαύμασα πολλές στιγμές ορισμένων διηγημάτων. Σε σημείο που να θέλω να σταθώ με απόσταση και να ξαναδιαβάσω διηγήματα του Νίκου Κουφάκη (στην εντυπωσιακά ώριμη και αισθησιακή «Οικογενειακή Πορσελάνη», εκδ. Κέδρος), του Βαγγέλη Προβιά (που πήρε ήδη επάξια θέση με «Τα μαύρα παπούτσια της παρέλασης», εκδ. Ολκός), του Χρίστου Κυθρεώτη (με την καταβύθιση στο είναι στο «Μια χαρά», εκδ. Πατάκη), του Πάνου Τσίρου (με το αδρό, κινηματογραφικό, ατμοσφαιρικό ύφος στο «Δεν είν’ έτσι;» εκδ. Μικρή Αρκτος), του Γιώργου Γκόζη (με την ασθματική παραβολή του «Αφήστε με να ολοκληρώσω», εκδ. Πόλις), του Στέλιου Παπαγρηγορίου (με τον εντελώς ιδιότυπο σαρκασμό του στα «Γυμνά τρολ», εκδ. Νεφέλη). Είναι ανεξάντλητος ο κατάλογος, και χωρίς αμφιβολία, παραλείπω όσους δεν έτυχε να διαβάσω ή να ανακαλύψω ακόμη. Αυτό ενισχύει ακόμη περισσότερο το κλίμα της ευφορίας.

Η Αθήνα και ο μισοφωτισμένος κόσμος του άστεως είναι ένα λαϊτιμοτίφ που διατρέχει υπογείως σχεδόν όλες τις ιστορίες όπως στο «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμα (εκδ. Νεφέλη) με το σκληρό, θωπευτικά αγκάθινο και τρυφερά μισοσκότεινο, αλληγορικά ρεαλιστικό τοπίο της Αθήνας και των ανθρώπων της. Αυτό που με άλλη αφετηρία και εργαλεία, αναδεικνύει μέσα από πυκνές ιστορίες βαθέος ανθρωπισμού ο Αλέξανδρος Κεφαλάς στο «Νυχτερινός διαβάτης» (εκδ. Λέμβος). Σαν αναπτυγμένα τραγούδια, οι ιστορίες του Πέτρου Βουνισέα, λεπίδες φωτός, ανθρώπινη συνθήκη, αυτοσαρκασμός, στο «Η ζωή είναι ένα σύνολο από» (εκδ. Κέδρος). Σαν σπασμοί, άφωνες κραυγές και άλογες ιστορίες, «Η συνωμοσία της πυρίτιδας» του Θοδωρή Ρακόπουλου.

Η ιστορία έχει συνέχεια."
 
 

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

ΚΛΕΨΥΔΡΑ #6-ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

 
 
Τεύχος 6, Μάιος 2014, Συνέβησαν, σελ. 27
 
Αλέξανδρος Κεφαλάς, Γλυκό Κυδώνι, εκδ. Τσουκάτου
 
     Είναι ένα νοσταλγικό και πικρό ιστορικό μυθιστόρημα που αφηγείται τη ζωή της οικογένειας Δαδιώτη, στις Κυδωνίες, από τα χρόνια της ακμής και της ξενοιασιάς ως την εποχή της μικρασιατικής καταστροφής που τους άλλαξε για πάντα τη ζωή.
 
     Με διάθεση τρυφερή χτίζει ο  συγγραφέας το προφίλ των μελών της και γνωρίζοντας καλά ο ίδιος τους ιδιωματισμούς της γλώσσας και την κουλτούρα της εποχής, μπαίνει για τα καλά στην καθημερινότητά τους και την οικοδομεί λιθαράκι-λιθαράκι, ψύχραιμα και με συνέπεια. Η Βασιλικώ, που προτίμησε να μην παντρευτεί ποτέ-αν και πληρούσε τις προδιαγραφές-προκειμένου να "αναστήσει" τα παιδιά της οικογένειας, τα "μωρέλια" της, που την υπεραγαπούσαν, κλέβει την παράσταση σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης με την αξιοπρέπειά της, την αυτοθυσία της και τη δεινότητά της στη μαγειρική τέχνη, που συχνά βασιζόταν στο άγριο φρούτο της περιοχής, το κυδώνι.
 
     Μυρωδιές και μουσικές, κομψές ενδυμασίες και γλυκίσματα, παρελαύνουν και αναμιγνύονται με διηγήσεις και οράματα, με τον ελληνικό κοσμοπολιτισμό και το χριστιανισμό για να δοκιμαστούν έντονα και να πληγούν ανεπανόρθωτα ύστερα από πολιτικά και στρατιωτικά λανθασμένες κυβερνητικές τακτικές. Ένα ιδιαίτερα συναισθηματικό και αντιπολεμικό μυθιστόρημα, που σε κάνει να αγαπάς.
 


Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΔΙΑΒΑΤΗΣ
Δέκα Αστικές Αφηγήσεις
 
Εκδόσεις Λέμβος
 
    Δέκα αφηγήσεις με φόντο το σύγχρονο αστικό τοπίο. Οι ήρωες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που ζουν και πορεύονται μέσα σε απρόσωπες μεγαλουπόλεις προσπαθώντας να επιβιώσουν και να σταθούν στα πόδια τους σε πείσμα του σαρωτικού και πολλές φορές αδυσώπητου παρόντος. Η απώλεια, ο πόνος, η μοναξιά, η υποκρισία, ο έρωτας και η φιλία, αλήθειες αιώνιες και πάντα επίκαιρες ξεπηδούν μέσα από κάθε ιστορία δίνοντας μας ένα ζωντανό μωσαϊκό χαρακτήρων πότε με σατυρική διάθεση κι άλλοτε με κριτική αλλά πάντα με τη γραφίδα βυθισμένη στο μελάνι του κοινωνικού ρεαλισμού.