Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Κεφαλάς… «Ασχολούμαι με την πόλη μου, την εποχή μου, με πράγματα που μου λένε κάτι»


«Νομίζω, η αλήθεια είναι κάτι που λείπει. Όχι μόνο από τη Λογοτεχνία αλλά γενικότερα από τη ζωή μας»,
 Αλέξανδρος Κεφαλάς


Το καλοκαίρι τέλειωσε. Φθινόπωρο πια. Σεπτέμβρης κι όλοι επιστρέφουμε στην κανονική ζωή: στα σπίτια, στις δουλειές, στην καθημερινότητα μας. Έτσι, ξεκινάμε κι εμείς εδώ στο MUSEEKART και τη στήλη «Συναντήσεις Στη Πόλη» το δεύτερο κύκλο συνεντεύξεων ή καλύτερα συναντήσεων. Συναντήσεις με ανθρώπους που έχουν να μοιραστούν πράγματα μαζί μας.

Συνέντευξη και φωτογραφίες συνάντησης : Χάρης Γαντζούδης

Η επιλογή του προσώπου, για αυτή την πρώτη συνάντηση μετά το καλοκαίρι, δεν ήταν δύσκολη. Τον γνώρισα μέσα από κάποιες συγκυρίες πριν από λίγους μήνες. Όλο αυτό το διάστημα είχαμε ανταλλάξει κάποια μηνύματα εκτίμησης. Υπήρχε στο μυαλό μου πως κάποια στιγμή θα κάναμε αυτή τη συνάντηση. Τον Αύγουστο διάβασα τη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερινός Διαβάτης» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λέμβος και το “κάποια στιγμή”, έγινε Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου στις 18:00 στο Μοναστηράκι. Πάμε λοιπόν μαζί να γνωρίσουμε καλύτερα τον συγγραφέα Αλέξανδρο Κεφαλά.



Η ώρα είναι 17:50 και βγαίνω από την έξοδο προς Αθηνάς του Ηλεκτρικού Σταθμού. Όση ώρα περιμένω προσπαθώ να φανταστώ πως θα κυλήσει η συνάντηση. Μα δεν κατάφερα να έχω μια απάντηση καθώς τον είδα να με πλησιάζει. Περπατήσαμε στα στενά του Ψυρρή, στον πεζόδρομο της οδού Ηφαίστου για να καταλήξουμε στην Πλατεία Αβησσυνίας και στο όμορφο Λουκούμι Bar.

Σε όλη τη διαδρομή είπαμε πολλά. Ο Αλέξανδρος άνετος και φιλικός, έδιωξε την όποια αμηχανία. Κι έτσι, χαλαρά και όμορφα ξεκίνησε και η συζήτηση μας στη σκιά του Ιερού Βράχου.

Γεννήθηκες, μεγάλωσες και μέχρι και σήμερα μένεις στα Εξάρχεια. Τι σημαίνει για εσένα αυτή η περιοχή;

«Τα Εξάρχεια σημαίνουν για εμένα δυο πράγματα. Καταρχάς, είμαι κατά το ήμισυ Εξαρχειώτης και θα το διευκρινίσω αυτό. Γεννήθηκα το 1977 στα Εξάρχεια. Οι παππούδες μου ήταν ήδη στην περιοχή, στη γειτονιά πίσω από το Μουσείο όπου μένω και σήμερα, από τη δεκαετία του ’50. Αλλά προς τα μέσα της δεκαετίας του ’80 με τους γονείς μου μετακομίσαμε λόγω γκετοποίησης της περιοχής, στου Ζωγράφου. Αλλά επειδή εξακολουθούσαν να είναι οι παππούδες κάτω, κάθε Σαββατοκύριακο πηγαίναμε να τους δούμε. Οπότε, μεγάλωσα σα δεύτερη γειτονιά στα Εξάρχεια. Μπορεί να είμαι γέννημα αλλά κατά το ήμισυ θρέμμα Εξαρχειώτης. Οπότε τα Εξάρχεια σημαίνουν πολλά πράγματα διότι τα βίωσα και με πολλά πρόσωπα τα οποία άλλαξαν στην πορεία. Είναι τα παιδικά μου χρόνια, τα ανέμελα. Σίγουρα είναι συνυφασμένα με παιδικές μνήμες, θύμησες, με τα νεανικά χρόνια: τα πρώτα μεθύσια, διασκεδάσεις… και πλέον είναι και ο μόνιμος τόπος κατοικίας μου, με όλα τα καλά και τα κακά που συνεπάγεται του να ζει κάποιος στο Κέντρο. Άρα είναι κάτι εμβληματικό που με ακολουθεί από την ημέρα της γέννησης μου μέχρι και σήμερα. Είναι τα πάντα τα Εξάρχεια, είναι η πατρίδα μου».

Και αυτά τα βιώματα είναι ο λόγος που συχνά στις ιστορίες σου συναντάμε το Κέντρο της πόλης;

«Νομίζω υπάρχει σαν αναπόσπαστο κομμάτι των ιστοριών. Ιδίως των αστικών. Είτε ως πρώτο πλάνο δηλαδή αναφέρομαι κατευθείαν σε αυτό, δλδ είναι εμφανές στον αναγνώστη. Είτε σε δεύτερο πλάνο, προς τα πίσω. Ακόμα και κάποια διηγήματα που αναφέρονται στην επαρχεία, έχουν ένα αστικό υπόβαθρο. Θυμίζουν ότι οι ήρωες έχουν να κάνουν με την Πόλη. Αλλά σε κάποια άλλα είμαι πολύ άμεσος, οι ιστορίες διαδραματίζονται στα Εξάρχεια».

Έφυγες λοιπόν από τα Εξάρχεια και τώρα επέστρεψες. Γιατί;

«Γιατί νομίζω όλοι αναζητάμε τις ρίζες μας. Μπορεί να θέλουμε κάποια στιγμή να απομακρυνθούμε από αυτές, αλλά υπάρχει πάντα ένας ομφάλιος λώρος που μας δένει με αυτές. Αισθάνομαι άνετα στα Εξάρχεια και νομίζω θα εξακολουθήσω να μένω εκεί για πάντα. Δε θέλω να εγκαταλείψω το Κέντρο. Είμαι από τους επίμονους κατοίκους του. Νομίζω ότι πρέπει να το διεκδικήσουμε το Κέντρο».

Εντοπίζεις διαφορές στο Κέντρο του χθες και του σήμερα;

«Πολλές. Δυο διαφορές που μπορείς εύκολα να διακρίνεις είναι η καθαριότητα και η ασφάλεια. Στα νιάτα μου έπαιζα στο πάρκο της Τοσίτσας, στο Πεδίον του Άρεως, στο λόφο του Στρέφη. Επίσης το Κέντρο ήταν πολύ καθαρό. Μέχρι τα μέσα τουλάχιστον της δεκαετίας του ’80. Οι διαφορές είναι επίσης στον κόσμο. Πλέον είναι ένα χωνευτήρι τα Εξάρχεια και γενικότερα οι γειτονιές του Κέντρου. Αυτό είναι καλό και κακό βέβαια γιατί ζούμε σε πολιτισμικές κοινωνίες όπου ερχόμαστε σε επαφή με πολλά πράγματα, αλλά και το γεγονός ότι αλλάζει. Βλέπεις νέα ροή κόσμου, νέα μαγαζιά, στέκια. Είναι αυτό που λέγαμε και πριν στη βόλτα μας: η Αθήνα και οι γειτονιές του Κέντρου είναι ένα ζωντανό κύτταρο. Αυτό είναι το καλό. Παλιά ήταν πιο αστικοποιημένες οι περιοχές. Υπήρχε το προσωπείο του καθωσπρεπισμού. Τώρα είναι πιο εναλλακτικό το Κέντρο. Έχει πολλές επιλογές. Αισθάνομαι πιο άνετα να ζω εκεί».

Συχνά όμως και ειδικά τα Εξάρχεια στοχοποιούνται…

«Ναι, από ανθρώπους που δεν τα γνωρίζουν. Δηλαδή οι κάτοικοι των Εξαρχείων βλέποντας τα δελτία ειδήσεων λένε “Τα μεγαλοποιείτε λίγο τα πράγματα. Δε συμβαίνουν έτσι… ”. Ακόμη κι εγώ που μένω πολύ κοντά στο Μουσείο που γίνονται αυτά τα γεγονότα, δεν παίρνω πρέφα. Είναι μικρής κλίμακας. Κατευθυνόμενα από συγκεκριμένους χώρους. Βασικά δε φοβάμαι στα Εξάρχεια. Νιώθω ασφάλεια».



Ας αφήσουμε για λίγο τα Εξάρχεια. Έχεις σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Δώσε μου το δικό σου ορισμό για το τι είναι Τέχνη;

«Είναι η ανάγκη για δημιουργία. Δεν είναι απαραίτητα η ομορφιά. Είναι πολλά πράγματα. Κυρίως, για εμένα, είναι η έκφραση. Οποιοσδήποτε έχει την ανάγκη να εκφραστεί και το κάνει είτε με το λόγο είτε με τις εικαστικές τέχνες, είτε με τη μουσική είναι καλλιτέχνης, δημιουργός. Το αποτέλεσμα δε θα το κρίνω εγώ. Δεν είμαι κριτικός. Υπάρχουν τεχνοκριτικοί για να κρίνουν. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου. Αλλά Τέχνη είναι η δημιουργία, τίποτα άλλο».

Και η Λογοτεχνία πως προέκυψε στη ζωή σου;

«Όπως το λες, προέκυψε. Δεν ήμουν από τα παιδιά που ήταν συνέχεια με ένα μπλοκάκι κι έγραφε ποιήματα, στίχους, διηγήματα… Διάβαζα πάρα πολύ οπότε ίσως μπήκε στη ζωή μου με τη μορφή της ανάγνωσης. Αλλά αργότερα, στα Πανεπιστημιακά μου χρόνια και ειδικά στο τελευταίο έτος του Κολεγίου, αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω κάτι δικό μου. Κι έτσι βγήκε το πρώτο μου μυθιστόρημα που είχα και την τύχη του πρωτάρη, δηλαδή εκδόθηκε πολύ εύκολα κι από έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο. Βέβαια τα επόμενα, έπεσαν συγκυριακά στην περίοδο της κρίσης και αγωνίστηκα για να βγουν. Αλλά ναι, το πρώτο προέκυψε. Ήταν μια προσωπική ανάγκη που βρήκε το δρόμο της μέσα από τη συγγραφή».

Το μυθιστόρημα αυτό είχε τον τίτλο “Η Αγγλίδα Κυρία” και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα. Τι θυμάσαι έντονα από εκείνη την περίοδο;

«Θυμάμαι ότι δεν υπήρχε βράδυ που να μην κάθομαι μπροστά από τον υπολογιστή και να γράφω, να διορθώνω, να οργανώνω γιατί ήταν και η πρώτη μου επαφή με τη συγγραφή και “τρίφτηκα”. Ήταν σα να έκανα ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής μόνος μου γράφοντας, σκίζοντας, διαλύοντας. Οπότε ήταν αρκετά κοπιαστικό. Επίσης ήταν επηρεασμένο από τα αναγνώσματα μου εκείνης της περιόδου. Επειδή διάβαζα τότε Κλασική Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία, μάλλον προσπάθησα να μιμηθώ αυτό το είδος, αυτή τη σχολή του 19ου αιώνα. Είναι θεωρητικά ένα ιστορικό μυθιστόρημα που γράφτηκε από έναν Έλληνα αλλά αναφέρεται στην Αγγλία και την Ιταλία. Δεν ξέρω πως μου βγήκε. Τώρα που το βλέπω το νιώθω σαν νεανικό ατόπημα. Δε θα καταπιανόμουν τώρα με κάτι τέτοιο».

Άγνοια κινδύνου;

«Ναι, κι αν μου έλεγες τώρα να το επανέκδιδα θα ήμουν πολύ επιφυλακτικός. Ενώ πήγε καλά, το πήρε ένας μεγάλος εκδοτικός, είχε καλές πωλήσεις, κανείς δεν έγραψε κάποια αρνητική κριτική, δηλαδή είχε μια σοβαρότητα ως ένα ιστορικό μυθιστόρημα, νομίζω δεν είχε καμία επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και εγώ ως Αθηναίος πεζογράφος κυρίως, θέλω να ασχολούμαι με την πόλη μου, με την εποχή μου, με πράγματα που μου λένε κάτι αυτή τη στιγμή. Οπότε δε θα το επανέκδιδα με τίποτα».

Να ασχολείσαι με ότι συμβαίνει τώρα… Αυτό είναι ανάγκη;

«Νομίζω είναι δείγμα ωριμότητας. Για αυτό το βλέπω σα νεανικό ατόπημα. Ζούσα σε ένα φανταστικό κόσμο τον οποίο αποτύπωσα, εκδόθηκε για καλή μου τύχη, πήγε καλά αλλά ως εκεί. Το ίδιο συμβαίνει και με το δεύτερο βιβλίο, “Ιερό Πάθος”. Ήταν στο ίδιο ύφος. Η πραγματική λογοτεχνική μου ταυτότητα ήταν στο τρίτο μου βιβλίο. Τα δυο πρώτα ήταν πειραματικά».


Η ώρα πέρασε. Αφήσαμε το Λουκούμι και περπατήσαμε ως το Ζάππειο και την έκθεση βιβλίου. Εκεί καθίσαμε στο περίπτερο των εκδόσεων Λέμβος και συνεχίσαμε την κουβέντα μας.

Από το 2007 που έκανες την πρώτη σου εμφάνιση στη Λογοτεχνία μέχρι και σήμερα, έχεις ασχοληθεί με όλα τα είδη: ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, παραμύθι… Που αισθάνεσαι πιο άνετα;

«Βασικά ασχολήθηκα με όλα γιατί μου αρέσει να πειραματίζομαι. Αν για παράδειγμα ήμουν ζωγράφος, δε θα δούλευα μόνο το λάδι. Θα ήθελα να δω και την ακουαρέλα, τα παστέλ… Γιατί και ο λόγος έχει πολλά μέσα έκφρασης. Οπότε η ποίηση ήταν ανάγκη που βγήκε μια δεδομένη στιγμή και προσπάθησα να πειραματιστώ με τον έμμετρο λόγο. Αλλά τον εαυτό μου τον βρίσκω μέσα από την πεζογραφία. Θεωρώ τον εαυτό μου πεζογράφο. Δε βάζω ταμπέλες απλά νομίζω εκφράζομαι καλύτερα με τον πεζό λόγο. Εκεί βρίσκω τον Αλέξανδρο ως λογοτέχνη».

Τον Αλέξανδρο ως άνθρωπο σε ποιο έργο σου τον συναντάμε περισσότερο; Φοβάσαι αυτή την έκθεση;

«Όχι, την έκθεση δε την φοβήθηκα ποτέ. Δε με αφορά. Αν ο δημιουργός πρώτος λογοκρίνει το έργο του, έχει χάσει ένα μεγάλο επικοινωνιακό παιχνίδι γιατί το έργο τέχνης πρέπει να έχει μέσα το στοιχείο της επικοινωνίας. Αν εσύ δεν είσαι αληθινός απέναντι σε αυτά που γράφεις και φοβάσαι να εκτεθείς πως περιμένεις να το αποδεχτεί ένας άγνωστος; Τώρα τον Αλέξανδρο νομίζω τον συναντάμε περισσότερο στο “Νυχτερινός Διαβάτης”. Έχει αρκετά στοιχεία από τη δική μου προσωπικότητα. Οι ήρωες μου έχουν ψήγματα της προσωπικότητας και της ιδιοσυγκρασίας μου χωρίς να είναι ο καθρέφτης του εαυτού μου. Αλλά επειδή το τελευταίο ομότιτλο διήγημα είναι αρκετά αυτό-αναφορικό, νομίζω ότι όποιος με ξέρει καλά διακρίνει στοιχεία μου».


Την έκθεση δε την φοβάσαι. Την κριτική;

«Δεν τη φοβάμαι γιατί αν θεωρείς ότι έχεις γράψει κάτι το οποίο είναι άρτιο, δεν υπάρχει κακή κριτική. Μπορεί να αρέσει, μπορεί και όχι. Αν για παράδειγμα ένα μυθιστόρημα είναι καλογραμμένο, ανεξάρτητα αν αρέσει η πλοκή ή ο χαρακτήρας σε κάποιον, νομίζω δεν έχεις να φοβάσαι κάτι. Ακόμα κι από την πιο αυστηρή κριτική μπορείς κάτι να πάρεις. Είμαι τυχερός. Όσες κριτικές μου έχουν κάνει είναι θετικές οπότε δεν έχω βιώσει μια πραγματικά κακή κριτική που να με ρίξει ψυχολογικά. Αλλά νομίζω έχει να κάνει και με την εμπιστοσύνη που έχεις εσύ ως δημιουργός στο έργο σου. Αν το πιστεύεις εσύ θα το πιστέψουν και οι άλλοι».

Και μιας και μιλάμε για τη συλλογή “Νυχτερινός Διαβάτης”, πως προέκυψε και ποια μηνύματα κρύβονται πίσω από τις δέκα ιστορίες;

«Η συνεργασία με τις Εκδόσεις Λέμβος προέκυψε από το βιβλίο μου που είχε προηγηθεί. Είχα γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα “Γλυκό Κυδώνι” που βασίζεται σε αληθινή ιστορία των θείων της μητέρας μου που ήταν από τις Κυδωνίες της Μ. Ασίας, το Αϊβαλί, το οποίο εξέδωσε η μητέρα του εκδότη μου Δημήτρη Τσουκάτου , η Πηνελόπη που είχε τις εκδόσεις Τσουκάτου. Ο Δημήτρης εκείνη την περίοδο δημιουργούσε τις εκδόσεις Λέμβος και ήταν σε αναζήτηση νέων συγγραφέων και λογοτεχνών. Όταν μετά από ένα χρόνο ολοκλήρωσα τα σύγχρονα μου διηγήματα, τα έδωσα στο Δημήτρη ο οποίος τα διάβασε, του άρεσαν και έγινε η πρώτη συλλογή διηγημάτων που εξέδωσαν οι εκδόσεις Λέμβος. Έτσι προέκυψε η συνεργασία μας με το Δημήτρη η οποία ήταν πολύ καλή σε όλα τα επίπεδα. Τώρα, ο “Νυχτερινός Διαβάτης” ασχολείται με την πόλη. Κινείται στο πλαίσιο του κοινωνικού ρεαλισμού και του αστικού μυθιστορήματος. Είναι δέκα διαφορετικές ιστορίες οι οποίες ασχολούνται σίγουρα με τη φθορά. Μερικές είναι και λίγο επικριτικές, ειρωνικές με την αλήθεια που προσπαθούμε να κρύψουμε πολλές φορές. Σε κάποια παρουσίαση μου είπαν ότι αυτή η συλλογή είναι κατά του μικροαστισμού. Ίσως και να είναι γιατί στο τέλος τραβάω την κουρτίνα κι αφήνω τους ήρωες μου “γυμνούς” στα μάτια του θεατή. Θέλω την απροκάλυπτη αλήθεια. Νομίζω η αλήθεια είναι κάτι που λείπει. Όχι μόνο από τη Λογοτεχνία αλλά γενικότερα από τη ζωή μας. Οπότε μέσα από τη δική μου Λογοτεχνία προσπαθώ να αποκαλύψω την αλήθεια. Αυτό που βιώνουμε και ζούμε σήμερα».

Γιατί πιστεύεις ότι λείπει η αλήθεια;

«Νομίζω έχουμε γίνει λίγο υπόδουλοι του lifestyle, της εικόνας μας. Κρυβόμαστε λίγο πίσω από το δάχτυλο μας. Όλοι προβάλουμε προς τα έξω μια άλλη εικόνα από αυτό που είμαστε και νομίζω ένας καλλιτέχνης αυτό πρέπει να κάνει: να αποκαλύπτει την αλήθεια. Νομίζω ένα διαχρονικό έργο είναι το αληθινό έργο. Αυτό που μεταφέρει άμεσα το μήνυμα, αυτό που θέλει να πει ο δημιουργός».

Φανατικός αναγνώστης από μικρός. Αγαπημένα βιβλία; Σε ποια γυρνάς ξανά και ξανά;

«Γυρνάω στα βιβλία της Τζέιν Όστεν. Τα έξι μεγάλα έργα της τα έχω διαβάσει 2-3 φορές. Μου αρέσει πολύ ο Μπαλζάκ και το βιβλίο του “Η γεροντοκόρη”, “Το πορτρέτο μιας κυρίας” του Χένρι Τζέιμς, “Η πανούκλα” του Καμύ, “Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ” του Έντουαρντ Φόρστερ. Από τους δικούς μας του Καραγάτση τα “Γιούγκερμαν”, ”Η Μεγάλη Χίμαιρα”, τα έργα του Θεοτοκά, του Λαπαθιώτη του οποίου διάβασα τελευταία τα πεζά του και τα λάτρεψα. Ταυτίστηκα πάρα πολύ μαζί του. Έχω πάρα πολλά αγαπημένα και πάντα φοβάμαι μην αδικήσω κάποια που δεν ανέφερα».

Από σύγχρονους; Υπάρχουν νέες λογοτεχνικές φωνές που ξεχωρίζεις;

«Υπάρχουν αλλά δε θα αναφερθώ συγκεκριμένα γιατί αν κάποιος μας διαβάσει θα πει 'γιατί δεν ανέφερε εμένα;' Θα μου επιτρέψεις λοιπόν να μην αναφερθώ σε ονόματα αλλά υπάρχουν σύγχρονοι και νεαρότατοι αξιόλογοι συγγραφείς σίγουρα. Απλά εγώ είμαι λίγο δύσκολος. Σπάνια θα διαβάσω. Θα πρέπει να είναι κάποιος γνωστός μου, φίλος να μου δώσει το βιβλίο του. Δηλαδή αν πάω σε ένα βιβλιοπωλείο θα πάω κατευθείαν στην ξένη λογοτεχνία, στους κλασικούς ή στους δικούς μας προγενέστερους συγγραφείς. Και πρέπει σίγουρα να πιστεύω κάποιον για να τον διαβάσω. Αλλά σίγουρα υπάρχουν αξιόλογες φωνές και είναι παρήγορο που στις μέρες που ζούμε ο κόσμος γράφει και γράφει και καλά. Οι Έλληνες γράφουν καλά».

Από τους κλασικούς, υπάρχει κάποιος που να επηρέασε και το δικό σου τρόπο γραφής;

«Από τους Έλληνες ο Καραγάτσης. Μου αρέσει πολύ η γραφή του. Από τους ξένους σίγουρα ο Μπαλζάκ που υπήρξε πολυγραφότατος, ανήσυχο πνεύμα, που κι εκείνος κατέγραψε την κοινωνία της εποχής του».

Αθήνα 2017. Τι αγαπάς και τι μισείς στη Πόλη;

«Την αγαπάω την Πόλη. Παρόλα τα κακά του να ζει κάποιος στο Κέντρο. Την αγαπάω και προσπαθώ να βλέπω τα όμορφα. Περπατάω σε ένα βρόμικο δρόμο και θα δω το ωραίο γκράφιτι και όχι τα σκουπίδια. Καθόμαστε εδώ και θα χαζέψω την Ακρόπολη και όχι τις στέγες που είναι σε άθλια κατάσταση. Προσπαθώ επιλεκτικά να βλέπω τα καλά της Πόλης. Αγαπάω αυτό που σου είπα: ότι είναι ένα ζωντανό κύτταρο. Μια πόλη που διαρκώς αλλάζει, μεταμορφώνεται και παραμορφώνεται κάποια στιγμή, δυστυχώς. Αλλά ξαναβρίσκει πάλι την ταυτότητα της κι αυτό μου αρέσει. Μισώ τη μιζέρια που μας έχει επιβληθεί λόγω των χαλεπών καιρών που ζούμε. Δε μπορώ να βλέπω πια αυτά τα μίζερα, θλιμμένα πρόσωπα των Αθηναίων».

Πιστεύεις ότι έχουμε “βολευτεί” κάπως σε αυτή τη μιζέρια;

«Η ανθρώπινη φύση μου φαίνεται έχει μια τάση να γκρινιάζει, να μιζεριάζει. Όσο όμως παρατείνεται αυτή η κατάσταση δεν είναι εύκολο να δει το αισιόδοξο. Ο πιο ψαγμένος κόσμος όπως οι καλλιτέχνες που έχουμε την τάση να αναζητούμε το ωραίο, το κάνουν. Ο μέσος Έλληνας πνίγεται στα προβλήματα του κι αυτό είναι που μισώ στους Αθηναίους πλέον. Είναι εγκλωβισμένος και δε σηκώνει το κεφάλι να δει το γαλάζιο του ουρανού. Μένει κάτω, με το κεφάλι στο βρώμικο πεζοδρόμιο».

Τι πιστεύεις ότι μας οδήγησε στο να μην μπορούμε να δούμε το γαλάζιο του ουρανού;

«Είναι συνισταμένη πολλών παραγόντων. Δε θα πω όλα αυτά τα γνωστά, τα κατευθυνόμενα από τα μέσα ενημέρωσης κτλ. Αηδίες. Νομίζω είναι καθαρά προσωπικό. Είτε το έχεις είτε όχι. Είναι και θέμα παιδείας. Ένας άνθρωπος που κοιτάζει την αυτό-ολοκλήρωση του και προσπαθεί να γίνει καλύτερος, σίγουρα θα αναζητήσει το ωραίο ακόμα και στα δύσκολα. Ένας άνθρωπος που έχει μάθει να ζει βολεμένα, δηλαδή θέλει τη δουλίτσα του, το μισθούλι του, τη συνταξούλα του … όταν του έρχονται τα προβλήματα και μια κατάσταση που του αναιρεί το πλάνο, δε μπορεί να δει την εναλλακτική. Θάβεται κάτω από αυτό. Οπότε νομίζω είναι θέμα προγραμματισμού. Ο μέσος Έλληνας είχε μάθει να ζει βολεμένος, ξεβολεύτηκε ξαφνικά και δε μπορεί να δει την εναλλακτική του να μάθει να ζει διαφορετικά, να μάθει να βιώνει το τώρα. Αυτό είναι που ξεχνάμε πολλοί: να ζούμε το παρόν και να αναζητούμε το καλό μέσα στο παρόν».

Μια μέρα χωρίς Λογοτεχνία τι περιλαμβάνει;

«Υπάρχουν πολλές μέρες χωρίς Λογοτεχνία από άποψη συγγραφής. Περνάω περιόδους που δεν γράφω. Γράφω μόνο όταν έχω κάτι να πω ή με κατακλύζει η έμπνευση. Άρα πολλές μέρες δε γράφω. Διαβάζω βέβαια πολύ. Περιλαμβάνει, λοιπόν, βόλτες στην Πόλη με το σκύλο μου, μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη σχολή που διδάσκω, επισκέψεις σε εκδοτικούς, ήσυχα απογεύματα στο σπίτι, όμορφα βράδια στην Πόλη και τώρα το φθινόπωρο κινηματογράφο, θέατρο, συναυλίες…».

Έμπνευση, εύκολη ή δύσκολη υπόθεση;

«Δύσκολο είναι να εστιάσεις γιατί ιδέες έρχονται. Το δύσκολο είναι να εστιάσεις σε μια και να την αναπτύξεις και γύρω της να δημιουργήσεις ένα βιβλίο. Δόξα τω Θεώ μου έρχονται ιδέες, εμπνεύσεις αλλά πρέπει να ωριμάσει μέσα μου μια ιδέα για να κάτσω μπροστά από έναν υπολογιστή και να την καταθέσω».

Κλείνοντας την όμορφη συζήτηση μας θα ήθελα να μου πεις τα επόμενα σχέδια σου.

«Στο τυπογραφείο βρίσκεται ήδη η επόμενη μου συλλογή διηγημάτων στην οποία εξερευνώ τη μικρή φόρμα και θα κυκλοφορήσει μέσα στα χρόνο επίσης από τις Εκδόσεις Λέμβος. Έχω ξεκινήσει εδώ και τρία χρόνια να γράφω ένα καινούργιο μυθιστόρημα το οποίο δεν ξέρω που θα με πάει ακόμη. Του δίνω χρόνο. Επίσης, έχω γράψει κάποια ποιήματα τα οποία δεν ξέρω αν θα ενταχθούν ποτέ σε μια συλλογή. Προς το παρόν υπάρχουν στο σημειωματάριο μου».

Η συνάντηση με τον Αλέξανδρο Κεφαλά ήταν από τις καλύτερες Συναντήσεις Στη Πόλη. Έκανα έναν καινούργιο φίλο, με κέφι, ενέργεια και όρεξη για δημιουργία. Σε ευχαριστώ Αλέξανδρε και ανυπομονώ για τα επόμενα.

Πηγή: http://www.museekart.com/archives/5522

Ένας Νυχτερινός Διαβάτης συναντά την Τζέιν Όστεν



"Τα Μικρά Βιογραφικά από τις Εκδόσεις Λέμβος, μια σειρά απίστευτης αισθητικής, με όμορφες γκραβούρες και χαρτί που δεν χορταίνουν τα δάχτυλα σου να χαϊδεύουν."

Χρήστος Δασκαλάκης

Κρρατώ στα χέρια μου μία από τις πιο όμορφες σειρές βιβλίων που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά.

Βιογραφίες αγαπημένων κλασσικών, που άφησαν το αποτύπωμα τους όσο ελάχιστοι άλλοι, και ταξίδεψαν με τις λέξεις εκατομμύρια αναγνώστες σε όλον τον κόσμο. Η ιστορία της ζωής τους με τρόπο απλό, κατανοητό, με λεπτομέρειες άγνωστες στο ευρύ κοινό, με πληροφορίες που θα μας βοηθήσουν να μπούμε λίγο στον ψυχισμό τους και να κατανοήσουμε τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια.

Ο Δημήτρης Τσουκάτος, είναι ο εκδότης που τόλμησε να προσφέρει αυτό το δώρο στους αναγνώστες, και ο Αλέξανδρος Κεφαλάς, ο συγγραφές που επιμελήθηκε τους τρεις πρώτους τίτλους της σειράς, φέρνοντας μας λίγο πιο κοντά στη ζωή και το έργο της Τζέιν Όστεν, του Ονορέ Ντε Μπαλζάκ, της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ



Με τον Αλέξανδρο Κεφαλά γνωριστήκαμε στα αγαπημένα μας Εξάρχεια, συναντηθήκαμε συγγραφικά στη συλλογή διηγημάτων «9 Ώρες Στα Εξάρχεια» και έκτοτε απολαμβάνουμε τη χαρά του να είμαστε γείτονες μα κυρίως φίλοι. Το τελευταίο του προσωπικό βιβλίο «Νυχτερινός Διαβάτης» έλαβε υπέροχες κριτικές, μου έκανε συντροφιά στις πιο όμορφες βραδιές της άνοιξης και εγώ χαίρομαι που έχω την ευκαιρία με τη σειρά μου να το παρουσιάσω σήμερα στους φίλους αυτής της στήλης.

Το ραντεβού μαζί του καταφέραμε να το κάνουμε ένα πρωινό Κυριακής. Κανένα βιβλιοπωλείο ανοιχτό να μας φιλοξενήσει τέτοια μέρα, τα βήματα έτσι μας έφεραν έξω από την Εθνική βιβλιοθήκη, κάτω από τον λαμπερό ήλιο, δίνοντας μας την ευκαιρία να μιλήσουμε για όσα αγαπάμε και ονειρευόμαστε.

Στα μαρμάρινα σκαλοπάτια της κιβωτού της γραπτής παρακαταθήκης των Ελλήνων καθίσαμε και εμείς, κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, σε ένα κτίριο που χρηματοδοτήθηκε από έλληνες της διασποράς σε μια ιδέα του φιλέλληνα Ιωάννη Ιακώβου Μάγε το έτος 1824, και τελικό ιδρυτή τον Ιωάννη Καποδίστρια, το 1829.

Και εκεί, ανάμεσα στα γερασμένα κομμάτια της ιστορίας, ανάμεσα σε τουρίστες που φωτογράφιζαν ευλαβικά το επιβλητικό κτήριο και στα αυτοκίνητα που μας «ένωναν» ενοχλητικά με το ανήσυχο παρόν, ο Αλέξανδρος Κεφαλάς μοιράστηκε μαζί μας τη δική του διαδρομή, τη δική του ιστορία.




Αλέξανδρος Κεφαλάς: Γεννήθηκα στην Αθήνα, στη γειτονιά που οι Εξαρχειώτες ονομάζουμε «Μουσείο» εξαιτίας της γειτνίασής της με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Η επαφή μου με τη σοβαρή λογοτεχνία έγινε στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Θυμάμαι στο σπίτι των παππούδων μια μεγάλη αρτ ντεκό δρύινη βιβλιοθήκη με τζαμένιες πόρτες και άπειρα βιβλία στο εσωτερικό της να σε καλούν να τα διαβάσεις. Τα πρώτα αναγνώσματα, αν και δύσκολα και δυσνόητα πολλές φορές, από παλιούς χρυσόδετους τόμους και φθαρμένες εκδόσεις προέρχονταν απ’ αυτήν την βιβλιοθήκη κατά τις κυριακάτικες επισκέψεις μου. «Το ψοφίμι» του Παπαδιαμάντη, «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» του Βρεττάκου και η «Μάνα» του Γκόρκι είναι οι πρώτοι τίτλοι που μου έρχονται στον νου σαν αναλογίζομαι εκείνα τα χρόνια της αθωότητας. Αργότερα, στα γυμνασιακά μου έτη, στράφηκα στην κλασική ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Τα μικρά μου βιογραφικά της Τζέιν Όστεν, του Ονορέ ντε Μπαλζάκ και της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Λέμβος, βασίστηκαν στους πρώτους εκείνους λογοτεχνικούς έρωτες. Η σατιρική μα ενδελεχής ματιά της κυρίας Όστεν, ο δημιουργικός οίστρος του μεσιέ Μπαλζάκ και ο κοινωνικός ρεαλισμός της κυρίας Γκάσκελ έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής μου ταυτότητας. Ανάμεσά μας υπάρχουν σπουδαίοι λογοτέχνες, αλλά ακόμα δεν έχω βρει αυτές τις ιδιότητες αριστοτεχνικά πλεγμένες από σύγχρονους συγγραφείς. Τόσο στο ιστορικό μου μυθιστόρημα «Γλυκό Κυδώνι» (εκδ. Τσουκάτου, 2013) όσο και στη σύγχρονη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερινός Διαβάτης» (εκδ. Λέμβος 2014) υπάρχει μια νοσταλγική διάθεση που παραπέμπει σε αλλοτινές εποχές. Ίσως αυτό να μην είναι εντελώς τυχαίο. Κι εγώ ως ιδιοσυγκρασία συνδυάζω πολλά ‘ρετρομοντέρνα’ στοιχεία, άλλωστε. Σίγουρα με δένουν πολλά με το παρελθόν, αλλά θεωρώ την εποχή μας καλύτερη σε πολλά επίπεδα, που θα χρειαζόμασταν ένα άλλο αφιέρωμα για να τα αναλύσουμε. Η επιτυχία μάλιστα του Νυχτερινού Διαβάτη οφείλεται στη ρεαλιστική αποτύπωση μιας κοινωνίας που λίγο-πολύ όλοι γνωρίζουμε. Υπήρξα, λοιπόν, πρώτα δεινός αναγνώστης κι έπειτα συγγραφέας. Αν και από μικρός έγραφα ‘καλές’ εκθέσεις, δεν είχα ποτέ διανοηθεί ή τολμήσει να εκφραστώ με την πένα μου. Για πολλά χρόνια το σχέδιο και η μουσική υπήρξαν οι δικές μου δημιουργικές διέξοδοι κι όχι η συγγραφή. Αυτή προέκυψε στα φοιτητικά μου χρόνια. Λίγο πριν πάρω το πτυχίο του ιστορικού τέχνης είχα ολοκληρώσει το πρώτο μου μυθιστόρημα ‘εποχής’ («Η Αγγλίδα Κυρία», 2007) που, πες το η τύχη του ‘πρωτάρη’, εκδόθηκε σχεδόν αμέσως από τις εκδόσεις Διόπτρα. Αυτά τότε, διότι σήμερα δυστυχώς ο χώρος της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής χωλαίνει, με αποτέλεσμα πολλές ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές φωνές να μη βρίσκουν τον δρόμο προς τους εκδοτικούς οίκους. Εντούτοις, με όλα τα δεινά που ζούμε καθημερινά, πιστεύω πως η δημιουργική φαντασία και τα όνειρα όχι μόνο επιβιώνουν αλλά βγαίνουν και νικητές. Ένα βιβλίο αποτελεί έναν κόσμο ολόκληρο, μια διαδικασία κάθαρσης, όχι μόνο για τον συγγραφέα αλλά και για τον αναγνώστη που θα ταυτιστεί και θα ταξιδέψει μαζί του. Άλλωστε και η ζωή μας δε μοιάζει με τα κεφάλαια ενός βιβλίου; Τη δική μου νομίζω πως μέχρι τώρα την έχω γράψει καλά, στα μονοπάτια που θέλησα να χαράξω. Η συνέχεια έπεται…

Με αυτές τις λέξεις έκλεισε ο Αλέξανδρος Κεφαλάς τη συνομιλία μας, και ολοκληρώνοντας εδώ το δικό μου κείμενο για το έργο του, θέλω να επισημάνω τη σημασία του να υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που φέρνουν στο μυαλό μια παλιά Αθήνα, έναν αυθεντικό, αστικό τρόπο ζωής, έναν «ευγενικό» τρόπο σκέψης.

Σας παροτρύνω να διαβάσετε ολόκληρη τη σειρά με τις μικρές βιογραφίες και να τις προσφέρετε στους φίλους σας. Υπάρχουν κάποια πράγματα που οφείλουμε να έχουμε στη βιβλιοθήκη μας, μα πρωτίστως, να έχουμε θρέψει με αυτά την ανάγκη μας για γνώση. Για εκείνους που θα διαβάσουν τον Νυχτερινό Διαβάτη, τους αφιερώνω το πρώτο διήγημα, την «Μαρμαρένια Κόρη», που κατάφερε να φέρει δάκρυα στα μάτια μου και να μου υπενθυμίσει τη δύναμη της απλότητας και της ελληνικής κληρονομιάς!

Καλή ανάγνωση!

Πηγή: http://www.culturenow.gr/gonypeteis-mia-poreia-pros-tin-arxi/

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

IANOS-Γυμνιστές στο δρόμο.Τέσσερα βιβλία αποκαλύπτονται.


Τη Δευτέρα 8 Μαΐου το απόγευμα στο βιβλιοπωλείο του Ιανού επί της Σταδίου 24 στο κέντρο της Αθήνας πραγματοποιήθηκε η ιδιαίτερη λογοτεχνική συνάντηση «Γυμνιστές στο δρόμο. Τέσσερα βιβλία αποκαλύπτονται.» Παρουσιάστηκαν τα βιβλία: Χιλιόμετρα εκδ. Στοχαστής του Χρήστου Δασκαλάκη, Γονυπετείς εκδ. Γκοβόστη της Τζούλιας Γκανάσου, Νυχτερινός Διαβάτης εκδ. Λέμβος του Αλέξανδρου Κεφαλά και Πορτοκαλί Φάκελος εκδ. Λέμβος του Βαγγέλη Σωτήρη.

Τέσσερα συνομιλούντα έργα και μια ομάδα νέων λογοτεχνών, ο καθένας με τη δική του αξιόλογη πορεία στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων, βγήκαν στο δρόμο μη διστάζοντας να ‘ξεγυμνωθούν’ μπροστά στα μάτια του αναγνώστη.


Με αφορμή την πρόσφατη συγγραφική συνάντηση τους στη συλλογή διηγημάτων 9 Ώρες στα Εξάρχεια εκδ. Λέμβος, οι τέσσερις συγγραφείς μας έδωσαν ένα καινούριο ραντεβού στον Ιανό και αυτή τη φορά ξετύλιξαν ο καθένας ιστορίες μέσα από ένα προσωπικό τους βιβλίο. Εξομολογήθηκαν τα δικά τους μυστικά, συνομίλησαν, έπαιξαν με το κοινό, μοιράστηκαν εμπειρίες, προβληματισμούς, διάβασαν και αποκαλύφθηκαν.






Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

ΣΤΑΣΗ ΕΡΤ-Α.ΚΕΦΑΛΑΣ



Τη Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου ήμουν καλεσμένος των Ανδρέα Ροδίτη & Σόνια Φίλη ζωντανά στην πολιτιστική εκπομπή της κρατικής 'Στάση Ερτ.' Μιλήσαμε για λογοτεχνία και μεγάλους συγγραφείς με αφορμή την σειρά των εκδόσεων Λέμβος "Μικρά Βιογραφικά-Μια ματιά στον κόσμο" που επιμελούμαι. 


Εξωτερικοί σύνδεσμοι¨
http://webtv.ert.gr/katigories/enimerosi/06fev2017-stasi-ert/
https://www.youtube.com/watch?v=IphoBN9KAYo

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Culternow.gr-9 ώρες στα Εξάρχεια


Γράφει ο Χρήστος Δασκαλάκης :

Ένας ακόμα χειμώνας στη γειτονιά των Εξαρχείων.

Πεσμένα φύλλα, κρύο, φοιτητές που περπατούν βιαστικά, μνήμες, γνωστά πρόσωπα, άγνωστες ιστορίες.

Αυτήν τη φορά όμως δεν είμαι μόνος σε αυτήν τη βόλτα, αυτή τη φορά οι ιστορίες έχουν ονοματεπώνυμο, αυτή τη φορά τα πρόσωπα είναι παραπάνω από γνωστά. Ένας ονειροπόλος συγγραφέας θα τα ονόμαζε φίλους, συνοδοιπόρους, συμμέτοχους. Και ίσως έτσι και να είναι. Τι σημασία έχει άλλωστε; Σημασία έχει ότι είμαστε μαζί, σημασία έχει ότι προχωράμε τον ίδιο δρόμο και έχουμε κάτι κοινό, αγαπάμε τις λέξεις!


Λέξεις που έγιναν ιστορίες, ιστορίες που έγιναν βιβλίο, βιβλίο που έχει έναν τίτλο. «9 ώρες στα Εξάρχεια».

Μια συλλογή εννέα διηγημάτων, από εννέα διαφορετικούς συγγραφείς, που διαδραματίζονται σε εννέα διαφορετικές ώρες και γωνιές μιας γειτονιάς που έχει, και θα έχει, τόσα πολλά ακόμα να μας πει.



Και αν εγώ ζω εδώ μόλις τα τελευταία 16 χρόνια, πάντα σε πείσμα των γονιών μου, ο Αλέξανδρος Κεφαλάς (με το διήγημα Hermes Baby) έχει ακόμα περισσότερα να θυμάται και να μοιράζεται μαζί μας από αυτήν τη γειτονιά.

«Οι γονείς μου μεγάλωσαν στην περιοχή. Διέμεναν στην ίδια πολυκατοικία επί της Τοσίτσα. Εκεί γεννήθηκα εγώ και τα αδέλφια μου. Είμαι, λοιπόν, γέννημα Εξαρχειώτης κι εν μέρει θρέμμα καθώς το ΄80 υπό το φόβο της ραγδαίας γκετοποίησης φύγαμε. Εντούτοις, κάθε Σαββατοκύριακο κατεβαίναμε να επισκεφθούμε τους παππούδες. Σε περιοχές που σήμερα θεωρούνται επικίνδυνες (όπως το πάρκο της Τοσίτσα, το Πεδίον του Άρεως, ο λόφος του Στρέφη) έκανα τα πρώτα μου βήματα, τα πρώτα μου παιχνίδια, το πρώτο μου ποδήλατο… Το δικό μου διήγημά της συλλογής εξερευνά συμβολικά τη σχέση μεταξύ του ‘παλαιού’ Εξαρχειώτη που έχει δεσμούς, εικόνες και μνήμες να τον δένουν με την περιοχή και του ‘νέου’ που αναζητά να ενσωματωθεί και να αναπνεύσει τον εναλλακτικό αέρα των Εξαρχείων».


Με μια φωτογραφική μηχανή αγκαλιά, έξω από καφέ, βιβλιοπωλεία, νεοκλασικά και αγαπημένα στέκια, τέσσερεις συγγραφείς περπατάμε σε μια γειτονιά που ενέπνευσε καλλιτέχνες , επαναστάτες, περαστικούς, ήρωες…

Μας παρακολουθώ από μακριά και δεν βλέπω παρά τέσσερεις νέους ανθρώπους που ονειρεύονται, ελπίζουν, δημιουργούν, παλεύουν, σε μια «γειτονιά» που θα μπορούσε να λέγεται Εξάρχεια, Παγκράτι, Αθήνα, Παρίσι, Ελλάδα, Συρία, Αλβανία.

Γιατί σημασία δεν έχει ο τόπος τόσο, σημασία έχουν οι άνθρωποι του. Και σημασία έχουν οι άνθρωποι όταν είναι αληθινοί, όταν είναι αυθεντικοί, όταν είναι φτιαγμένοι από «δέρμα». Οποιουδήποτε χρώματος, οποιασδήποτε θρησκείας.



Δίπλα μου, η Τζούλια Γκανάσου (με το διήγημα Μαύρο Πρόβατο) ανάμεσα σε μικρές στάσεις στην αγαπημένη μας γειτονιά, μας δίνει τη δική της ερμηνεία, το δικό της μήνυμα πίσω από το διήγημα με την υπογραφή της.

«Τα Εξάρχεια συμβολίζουν το πιο εναλλακτικό κομμάτι της πρωτεύουσας όπου το αναρχικό στοιχείο συνυπάρχει με το φοιτητικό προφίλ καθώς η συνοικιακή εκδοχή συμπορεύεται με το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι ενώ ταυτόχρονα καταγράφονται άφθονες κοινωνικές δράσεις συνδεδεμένες με την προσπάθεια ενίσχυσης της συλλογικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ηρωίδα μου συνομιλεί με πέντε πρόσωπα τα οποία εκφράζουν από ένα κομμάτι της ζωής των Εξαρχείων. Η εγρήγορση στον τόνο της αφήγησης και η ανατρεπτικότητα στον τρόπο θέασης του κόσμου οφείλονται στο γεγονός ότι παρ’ όλο που με ενδιαφέρει ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της περιοχής ο οποίος προβάλλει έναν ιδιαίτερο δυναμισμό, με προκαλεί περισσότερο η στιγμή που (ακόμη και) οι εν δυνάμει επαναστάτες, οι ‘’αντισυστημικοί’’ βιώνουν τη ματαίωση, σκύβουν και επανεξετάζουν κάθε επιλογή».

Ο χρόνος, περπατάει και αυτός μαζί μας, κυλάει στην αγαπημένη μας γειτονιά, στεκόμαστε, συζητάμε, μοιραζόμαστε, γνωριζόμαστε, αποφασίζουμε να καθίσουμε σε ένα καφέ. Πόσο κρίμα που ο χώρος για λέξεις και φωτογραφίες είναι περιορισμένος, διαφορετικά η παρέα θα ήταν ακόμα πιο μεγάλη και εννέα συγγραφείς θα όργωναν μαζί τα στενά των Εξαρχείων.


Ευτυχώς όμως, όλα τα όμορφα ξεκινούν από κάτι μικρό και εξαπλώνονται. Ακριβώς όπως και οι παρέες, οι ιδέες, τα όνειρα…

Ο Βαγγέλης Σωτήρης, ο νεότερος της παρέας (με το διήγημα Ναταλία), παρατηρεί και σχολιάζει για τα Εξάρχεια και τη γοητεία τους. 

«Μια πόλη μέσα στην πόλη τροφοδοτεί την Αθήνα με ιστορίες. Ιστορίες που στολίζουν τα σαλόνια των παλιών αρχοντικών, ιστορίες που γράφονται στους τοίχους.Τα Εξάρχεια επιμένουν να αντανακλούν τον άλλο εαυτό της καθημερινότητας ανάλογα με τις προσταγές της εποχής. Δύναμη κινητήριος από δυνάμεις συγγενείς και αντίρροπες. Φοιτητές, βιβλιοπωλεία, κάτοικοι και καταλήψεις. Οι Άγιοι αυτής της περιοχής είναι χαρακτήρες αυτοκαταστροφικοί και φλογεροί. Η εκκλησία τους είναι ο δρόμος και οι πιστοί τους, οι θαμώνες του. Ο αττικός αυτός πίνακας καταλήγει να έχει τα χρώματα που του δίνουμε. Κάποιες φορές μαθαίνουμε, ότι για τον κακό το δρόμο πας τρέχοντας. Κάποιες άλλες βλέπουμε, ότι για τον καλό, πας παραπατώντας. Σε κάθε περίπτωση κάτι μας μένει. Γινόμαστε κι εμείς ακολούθως, κύμα και κυματοθραύστης, πέρα από τα δελτία ειδήσεων, πέρα από την κοινή λογική.»


Η ώρα πέρασε. Η Τζούλια πρέπει να φύγει, το ραντεβού ανανεώνεται. Κρατάμε από ένα αντίτυπο του βιβλίου στα χέρια μας και νιώθουμε ευγνωμοσύνη γιατί χάρη σε αυτό γνωριστήκαμε, χάρη σε αυτό ξεδιπλωθήκαμε, χάρη σε αυτό απολαύαμε αυτήν τη βόλτα.

Μένω τελευταίος να γράψω δύο λέξεις για τα Εξάρχεια και το βιβλίο.

Δεν νιώθω ότι έχω πολλά να πω. Κάθε τι που αγαπώ θα ευχόμουν να ήταν σαν αυτήν τη γειτονιά. Φιλόξενο, φιλελεύθερο, ανεξάρτητο, χορτάτο, δίκαιο.

Τα Εξάρχεια θα μπορούσαν να είναι ένα σπίτι που είναι ανοιχτό σε όποιον το έχει ανάγκη. Τα Εξάρχεια θα μπορούσαν να είναι κάθε οικογένεια που δέχεται τα μέλη της έτσι όπως ακριβώς είναι. Τα Εξάρχεια θα μπορούσαν να είναι κάθε χώρα που ρίχνει τους φράχτες και δίνει προστασία σε όσους πραγματικά το χρειάζονται.

Οι «9 ώρες στα Εξάρχεια» λοιπόν, δεν είναι ένα βιβλίο για μια ακόμα γειτονιά. Δεν είναι ένα βιβλίο για μια κουκίδα στο χάρτη. Είναι ένα βιβλίο για τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους, για τις αδυναμίες και τα συναισθήματα τους, για τα ταλέντα και τις ευαισθησίες τους, για τους φόβους και τις αγωνίες τους.

Και χαίρομαι, που το «Αγόρι που έλεγε Ναι», είναι η δική μου ιστορία, ένα διήγημα για τη διαφορετικότητα, ένα ακόμα μικρό κομμάτι του πάζλ ενός βιβλίου που θα μπορούσε να είναι για τη δική σας γειτονιά, για τη δική σας ζωή, για τη δική σας ιστορία…

Καλή ανάγνωση λοιπόν. Σε όποια γειτονιά και αν μεγαλώνετε, μη ξεχνάτε να της χαμογελάτε. Και κυρίως, να χαμογελάτε στους ανθρώπους της!


ΠΗΓΗ : http://www.culturenow.gr/54842/9-wres-sta-eksarxeia


Vakxikon.gr-9 ώρες στα Εξάρχεια







9 ώρες στα Εξάρχεια, διηγήματα, Μαρουσώ Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Χρήστος Δασκαλάκης, Αλέξανδρος Διονυσόπουλος, Τάσος Ελένας, Αλέξανδρος Κεφαλάς, Νέστορας Πουλάκος, Βαγγέλης Προβιάς, Βαγγέλης Σωτήρης, εκδόσεις Λέμβος 2016

Πρόκειται για ένα βιβλίο, το οποίο αποτελείται από εννιά διαφορετικές ιστορίες, τόσο από θεματολογική άποψη όσο και από τρόπο γραφής. Έχουν όμως έναν κοινό παρονομαστή και αυτός είναι ο τόπος, τα Εξάρχεια.

Δεν ξέρω αν κάποιος έχει διαβάσει ολόκληρη τη συλλογή, καθώς κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα, υποθέτω όμως ότι έχουν διαβαστεί διαφορετικές ιστορίες από διαφορετικούς αναγνώστες.

Όπως λοιπόν κάποιοι έχετε καταλάβει, και οι υπόλοιποι θα δείτε στην πορεία, οι ιστορίες δεν αποτελούν έναν αναμενόμενο ή προβλέψιμο συνειρμό που έρχεται αυτοματοποιημένος σε κάποιον στο άκουσμα της λέξης «Εξάρχεια». Δεν μετράνε βόμβες, δεν αναφέρονται σε εγκληματικότητα, δεν εξιστορούν ανθρωποκυνηγητά, δεν προάγουν ψευτοκουλτούρα και σε καμία σελίδα δεν συναντάμε τη λέξη «Άβατο».

Η καθεμία ιστορία θα μπορούσε να διαδραματίζεται, με μικρότερη ίσως ευκολία και έκταση, σε κάποια άλλη περιοχή. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι όλες οι ιστορίες μαζι, ταυτόχρονα ή όχι, αλλά σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, θα μπορούσαν να συμβαίνουν μόνο εδώ.

Και αυτό είναι το ωραίο με τα Εξάρχεια.

Η παράξενη «φιλοξενία» ή αλλιώς οικειότητα για τους περαστικούς. Η αίσθηση της γειτονιάς, που έχει εκλείψει. Μια ανεξήγητη αισιοδοξία και μια ανεξάντλητη ενέργεια. Η αίσθηση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και αυτή της ισότητας. Το μέρος όπου η αλληλεγγύη βρίσκει τον ορισμό της σε μικρές καθημερινές πράξεις, αλλά και σε μεγαλύτερες, με κοινωνικές εκφάνσεις. Το αυθεντικό και το αληθινό για τους μόνιμους και μια προσιτή απόδραση για τους επισκέπτες.

Και το στημένο ή το παρεξηγημένο δεν μας ανησυχεί. Γιατί έρχεται και παρέρχεται, αλλάζει μορφές και τελικά δεν αντέχει. Το αυθεντικό και το τίμιο όμως υπάρχει σταθερά, πιο διακριτικά, αλλά και πιο γερά. Και αυτό έχει αποδειχθεί επειδή αντέχει στον χρόνο. Και μένει όχι ανεπηρέαστο αλλά αναλλοίωτο.

Και μπορεί να τα βλέπω ρομαντικά, αλλά είναι και αυτό κομμάτι της γειτονιάς μου, το ονειρικό, που ας ελπίσουμε δεν δημιουργεί αυταπάτες.

ΠΗΓΗ: http://www.vakxikon.gr/9-%CF%8E%CF%81%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%B1/

9 ώρες στα Εξάρχεια-συλλογικό έργο




Γράφει η Αρετή Βάνα: 

9 συγγραφείς παρουσιάζουν σε ένα συλλογικό έργο 9 ιστορίες, όλες βγαλμένες από τα σπλάχνα της πιο ανήσυχης κι ενδιαφέρουσας γειτονιάς της Αθήνας, των Εξαρχείων. Ιστορίες για τους δρόμους, τα μαγαζιά, τα σπίτια, τα μέρη που όσοι γνωρίζουν την περιοχή θα αναγνωρίσουν αμέσως και θα καταφέρουν να περιηγηθούν μέσα στα διηγήματα σαν παίκτες παιχνιδιού φαντασίας αλλά και πραγματικότητας. Για όσους δε γνωρίζουν τη γειτονιά και τα εγγενή χαρακτηριστικά της, θα καταφέρουν να πάρουν μια μυρωδια από το τι σημαίνει να μπορεί μια περιοχή της Αθήνας να δίνει ακόμα και σήμερα τροφή για σκέψη και όχι μόνο.

 

Γιατί και οι 9 συγγραφείς (Μαρουσώ Αθανασίου, Τζούλια Γκανάσου, Χρήστος Δασκαλάκης, Αλέξανδρος Διονυσόπουλος, Τάσος Ελένας, Αλέξανδρος Κεφαλάς, Νέστορας Πουλάκος, Βαγγέλης Προβιάς και Βαγγέλης Σωτήρης) μέσα από το προσωπικό και ξεχωριστό ύφος τους, καταθέτουν μια μαρτυρία, μια προσωπική ιστορία, μια επ' αφορμής των Εξαρχείων περίσταση, μια ιδέα ή μια σκέψη, που μόνο να προσθέσει έχει στον αέναο διάλογο που γίνεται ανάμεσα στον ψυχισμό των ηρώων τους και την περιοχή των Εξαρχείων που περιδιαβαίνουν. Με λόγο απλό, μεστό, κατανοητό οι ιστορίες των διηγημάτων ξεδιπλώνονται στον αναγνώστη, που με χαρά περνάει από τη μια στην άλλη, μη θελοντας να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Ίσως κάπου ανάμεσα σε αυτές τις ιστορίες και τις λέξεις, να ανακαλύψει κανείς κάποια δική του ξεχασμένη γωνιά στο χρόνο.

 


Το συλλογικό αυτό πόνημα αποτελείται από μικρά κομμάτια, τα οποία συνθέτουν το παζλ της γειτονιάς με την απαράμιλλη γοητεία.

ΠΗΓΗ :http://www.debop.gr/deBlog/de-book/9-ores-sta-eksarxeia-ekd-lemvos


20 βιβλία που ξεχώρισαν το 2016


Ο βιβλιοκριτικός και ιστορικός τέχνης Γιάννης Αντωνιάδης μου έκανε την τιμή να συμπεριλάβει στα αγαπημένα του βιβλία για το 2016 την μικρή μου βιογραφία "Μια ματιά στον κόσμο της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ" των εκδόσεων Λέμβος!

Culternow.gr-Μια ματιά στον κόσμο της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ



Γράφει ο Γιάννης Αντωνιάδης :

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να βλέπουν το φως της δημοσιότητας τέτοιου είδους βιβλία, τα οποία εντρυφούν συνοπτικά μεν, ουσιωδώς δε σε προσωπικότητες που άφησαν το δικό τους ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αυτό εδώ το μικρό εγχειρίδιο είναι αφιερωμένο στη ζωή της Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Γκάσκελ, την οποία λίγοι γνωρίζουν και ακόμα λιγότεροι έχουν διαβάσει. Η ευκαιρία που δίνεται στο κοινό, χάρη φυσικά στις εκδόσεις Λέμβος και τον Αλέξανδρο Κεφαλά που έχει επιμεληθεί και άλλες τέτοιες μικρές βιογραφίες, είναι πρώτης τάξεως και αυτό δεν αποτελεί απλό σχήμα λόγου αλλά ευτυχή πραγματικότητα. Με μία ελλιπή εκδοτική παρουσία στην ελληνική γλώσσα των έργων της Γκάσκελ, αυτός εδώ ο οδηγός διαφωτίζει και επιμορφώνει, ενώ παράλληλα ψυχαγωγεί και πληροφορεί. Δυστυχώς όπως αναφέρει και ο Αλέξανδρος Κεφαλάς η συγγραφέας παραμένει η λιγότερο διαδεδομένη Αγγλίδα συγγραφέας στη χώρα μας γιατί ίσως τα βιβλία της θεωρούνται παρωχημένα και για αυτό δεν χρήζουν μετάφρασης ή προσοχής. Ευτυχώς όμως όταν τελειώσει κανείς την ανάγνωση αυτού του βιβλίου κατανοεί αμέσως πως η Γκάσκελ παραμένει σύγχρονη και επίκαιρη επιβεβαιώνοντας αυτό που ο Ίταλο Καλβίνο είχε πει πριν λίγα χρόνια στο βιβλίο του Γιατί πρέπει να διαβάζουμε τους κλασικούς. Εκεί λοιπόν ο επιφανής συγγραφέας και δοκιμιογράφος αναφέρει χαρακτηριστικά: "Κλασικό είναι ένα βιβλίο που ποτέ δεν έχει ολοκληρώσει αυτά που έχει να πει". 

Η προσωπικότητα της Γκάσκελ μπορεί να χαρακτηριστεί αμφιλεγόμενη με την έννοια πως σε όλη της την ζωή διήγε έναν βίο συμβατικό και σύμφωνο με τα πολύ αυστηρά και συντηρητικά ειωθότα της εποχής περί συμπεριφοράς των γυναικών όμως από την άλλη πλευρά υπήρξε επαναστατική και απελευθερωμένη στο συγγραφικό της έργο . Αν και χτυπημένη πολλές φορές από την μοίρα κατάφερε να ορθοποδήσει από πολύ μικρή ηλικία και να χαράξει την δική της πορεία στον χώρο της λογοτεχνίας με βοηθό κυρίως την δική της επιμονή και προσήλωση αλλά και βέβαια με σαφή υποστήριξη από τον σύζυγό της, τον οποίο ερωτεύτηκε σφόδρα αν και ονειρευόταν έναν άλλο πρίγκιπα, πιο ρομαντικό και εύσωμο. Σε κάθε περίπτωση, η συζυγική θαλπωρή και η αφοσίωση του μονιστή ιερέα στο πρόσωπό της ήταν αρκετά για να την καταστήσουν μία ευτυχισμένη γυναίκα σε ένα γενικότερο περιβάλλον απαξίωσης του ασθενούς φύλου στην Βρετανία των αρχών και των μέσων του 19ου αιώνα. Και κατάφερε "να γίνει μία από τις σημαντικότερες πεζογράφους της γενιάς της ξεφεύγοντας από το πρότυπο της "σωστής" βικτωριανής κυρίας". Σαφέστατα η υποβάθμιση του ρόλου της γυναίκας την εποχή εκείνη ήταν εκ των ων ουκ άνευ καθώς η αποστολή της γυναίκας ήταν να βρίσκεται στο πλάι του άνδρα της και να τιμάει εκείνον και το σπίτι της. "Η μοναδική καριέρα της καλοαναθρεμμένης βικτωριανής γυναίκας ήταν η δημιουργία οικογένειας" θα μας τονίσει ο Αλέξανδρος Κεφαλάς και η Γκάσκελ αν και διατήρησε την περιγραφή των χαρακτήρων εντός ενός φυσιολογικού πλαισίου, είναι εμφανές πως καινοτομεί και "αυθαδιάζει" επιθυμώντας να βγάλει την γυναίκα από το καλούπι της "παθητικής κοκέτας" και να της προσδώσει δυναμικότητα και ανεξαρτησία. Η ίδια εξάλλου διακήρυττε πως "δεν θα υποταχθώ στη λογική. (...) Λογική πάντα σημαίνει αυτό που οι άλλοι έχουν να πουν!".

Είναι σχεδόν σίγουρο πως έγραφε όχι μόνο για να εκφράσει την αγωνία της για τις αδικίες που έβλεπε γύρω της σε επίπεδο ανισοτήτων μεταξύ των διαφορετικών τάξεων αλλά αυτό που επίσης επιδίωξε ήταν μέσω του γραπτού λόγου να ξεχάσει τις οδυνηρές στιγμές της προσωπικής της ζωής και τα θλιβερά όσο και τραγικά γεγονότα που στιγμάτισαν τη ζωή της. Απομονωμένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι ύστερα από τον απροσδόκητο θάνατο της μητέρας της, στα πρόθυρα κατάθλιψης έπειτα από τον πρόωρο θάνατο του πατέρα της, καταβεβλημένη και ψυχολογικά εξαντλημένη από τον θάνατο του παιδιού της, το οποίο ούτε καν πρόλαβε να εγγράψει στο ληξιαρχείο και τέλος συντετριμμένη από τον θάνατο της πολυαγαπημένης της θείας που ήταν σαν δεύτερη μητέρα της ζούσε μηχανικά. Τα χτυπήματα ήταν τόσα πολλά που το μόνο στήριγμά της ήταν η συγγραφή ιστοριών όπου ενσωμάτωνε στοιχεία της δική της ζωής στις αφηγήσεις της για να μπορέσει να ανακουφίσει την πληγωμένη της ψυχή. Και όμως μέσα στην παρ' ολίγον κατάθλιψή της κατόρθωσε να γράψει αριστουργήματα, τα οποία διαβάζονται από γενιά σε γενιά, βιβλία όπως το North and South, Mary Barton, Wives and Daughters. "Χωρίς τη βοήθεια του κυρίου Γκάσκελ, που την παροτρύνει απελπισμένα να γράψει ένα μυθιστόρημα (Mary Barton)", είναι δεδομένο πως δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τις απανωτές τραγωδίες. Χαρακτηριστικά στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης του βιβλίου η συγγραφέας θα γράψει: "Η ιστορία πήρε σάρκα και οστά και ο πρώτος τόμος γράφτηκε καθώς ήμουν υποχρεωμένη να είμαι διαρκώς ξαπλωμένη στον καναπέ και έτσι βρήκα καταφύγιο στη φαντασία για να απωθήσω από την μνήμη δυσάρεστες στιγμές". Σε όλη αυτή την επίπονη και μακρόχρονη προσπάθειά της αρωγός της και υποστηρικτής της υπήρξε και ο Κάρολος Ντίκενς, η φιλία του οποίου προς το ζεύγος υπήρξε δημιουργική για την συγγραφέα μιας και η επαφή μαζί του της επέτρεπε αφενός να γνωρίσει τους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους και αφετέρου να δημοσιεύει σε συνέχειες τις ιστορίες της και να γίνει ευρέως γνωστή στο λογοτεχνικό κοινό. 

Τον Νοέμβριο του 1865 όταν και έγινε γνωστός ο θάνατός της το λογοτεχνικό περιοδικό Athenaeum έγραψε για εκείνη: "Αν όχι η πιο δημοφιλής, χωρίς αμφισβήτηση υπήρξε η πιο δυναμική και ολοκληρωμένη γυναίκα λογοτέχνιδα σε μία εποχή ιδιαίτερα πλούσια σε γυναίκες συγγραφείς". Το τίμημα βέβαια αυτού του καλώς εννοούμενου εκτροχιασμού δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτό σε μία εποχή όπου τα ταμπού για την θέση της γυναίκας στην κοινωνία ήταν απόλυτος μεσαίωνας. Η Γκάσκελ με το πνεύμα της και την ζωηρότητά της έφερε εις πέρας την αποστολή της συζύγου, της μητέρας και της συγγραφέως με αξιοζήλευτη επιτυχία παρά τα όποια οδυνηρά συμβάντα και για αυτό θα παραμένει στο πάνθεον των γυναικών που έλαμψαν με την δύναμή τους, το σθένος τους και την ρώμη τους. 

"Δεν κατανοώ γιατί το κοινό πρέπει να ασχολείται μαζί μου πέραν της αγοράς ή της απόρριψης των προϊόντων που του προμηθεύω".

"Ενίοτε κάποιος συμπαθεί περισσότερο τους ανόητους ανθρώπους για την ανοησία τους παρά τους σοφούς για τη σοφία τους".

ΠΗΓΗ : http://www.culturenow.gr/52878/mia-matia-ston-kosmo-ths-elizampeth-gkaskel-aleksandros-kefalas-kritikh-vivlioy