Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

"Το άλλο ρούχο του φόβου"-Βιβλιοπαρουσίαση




Γράφει ο Χάρης Γαντζούδης

Με τον Αλέξανδρο συναντηθήκαμε για πρώτη φορά το 2016. Όχι προσωπικά. Συναντήθηκαν δυο μικρές μας ιστορίες κομμάτια και οι δυο ενός συλλογικού έργου που κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά από κάποιες ψηφιακές εκδόσεις. Ούτε μια σελίδα δεν ήταν η ιστορία του κι όμως έμεινε στο μυαλό μου για τη βαθιά γνώση, την άψογη χρήση του λόγου και τα βαθιά νοήματα που ανέβλυζαν μέσα από αυτή.

Από εκείνη τη στιγμή και μέσα στους επόμενους μήνες το όνομα του περνούσε συχνά μπροστά από τα μάτια μου. Ώσπου, τον Απρίλιο του 2017 τον συνάντησα ξανά. Αυτή τη φορά στο «9 ώρες στα Εξάρχεια». Η συμμετοχή του στο συλλογικό αυτό έργο, τράβηξε για ακόμη μια φορά την προσοχή μου. Το διήγημα του μέσα από το οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί «…τη σύζευξη κι ένωση αντιθετικών, αμφίρροπων μα τόσο αληθινών πραγμάτων» – όπως μου εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα – αποτέλεσε την αφορμή να αρχίσω να ψάχνω το έργο του.

Πρώτη στάση σε αυτή την αναζήτηση ήταν τα «Μικρά βιογραφικά» και ύστερα, ένα μεσημέρι του Αυγούστου κι ενώ βρισκόμουν στις εκδόσεις Λέμβος ήρθε στα χέρια μου ο «Νυχτερινός Διαβάτης» μια συλλογή με δέκα μικρές αφηγήσεις. Σε αυτά τα κείμενα θαύμασα την ικανότητα του συγγραφέα να καταπιάνεται με τις λέξεις και να δημιουργεί ιστορίες του σήμερα, θαύμασα τον τρόπο που επιλέγει τα θέματα του αλλά και τον τρόπο που στήνει το σκηνικό γύρω από αυτά. Στο κέντρο των ιστοριών ο άνθρωπος και τα προβλήματα του. Τον άνθρωπο της πόλης, της οποιασδήποτε πόλης.

Με λόγο επικριτικό, κάποιες φορές ειρωνικό ο συγγραφέας φέρνει τους ήρωες και τους αναγνώστες του αντιμέτωπους με την αλήθεια τους.

Αυτά τα χαρακτηριστικά βρήκα, θαύμασα κι αγάπησα ακόμα περισσότερο στο νέο βιβλίο του Αλέξανδρου Κεφαλά «Το άλλο ρούχο του φόβου».

36 σκόρπιες αφηγηματικές μικρογραφίες, «νανο-διηγήματα» όπως τα αποκαλεί ο ίδιος στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου.

36 μικρά διηγήματα που ο μικρός αριθμός λέξεων, το μικρό τους σώμα, δεν στερεί την λογοτεχνική τους αξία, δεν στερεί σε όλους εμάς τη δυνατότητα να θαυμάσουμε το ταλέντο και την εξέλιξη του συγγραφέα καθώς μέσα από αυτές τις σύντομες ιστορίες καταφέρνει να μας δώσει ολοκληρωμένες εικόνες της σύγχρονης κοινωνίας, του σύγχρονου ανθρώπου, να πιάσει τους ρυθμούς της εποχής μας αλλά και θέματα με τα οποία όλοι έχουμε έρθει αντιμέτωποι, άλλα μας έχουν συμβεί κι άλλα τα έχουμε δει να συμβαίνουν δίπλα μας.

Ο Αλέξανδρος λοιπόν, άλλοτε με ωμό τρόπο, άλλοτε ειρωνικό, κι άλλοτε με την απαιτούμενη ευαισθησία, τα φέρνει στο φως, τα αναδεικνύει, τα σχολιάζει και μας τα παραδίδει.

Όνειρα, έρωτες, πόθοι, προκαταλήψεις, υποκρισία είναι μερικά από αυτά τα θέματα. Έχω την αίσθηση πως με όλα αυτά ήρθε πρώτα αντιμέτωπος ο ίδιος ο συγγραφέας κι όταν ένιωσε έτοιμος και ώριμος, στάθηκε απέναντι τους με ψυχραιμία κι άρχισε να τα καταγράφει ώστε να μας κάνει κι εμάς μάρτυρες αυτών των καταστάσεων.

Συνδετικός κρίκος αυτών των ιστοριών με το προγενέστερο έργο του, το σκηνικό που διαδραματίζονται: το αστικό τοπίο.

Διαβάζοντας «Το άλλο ρούχο του φόβου» εκτός από όλα αυτά που θαυμάζουμε σε ένα λογοτεχνικό έργο: ύφος, γλώσσα, χαρακτήρες κ.ά. θαύμασα και μου έδωσε μεγάλη χαρά, το θάρρος του συγγραφέα να καταπιαστεί με όλα αυτά τα θέματα αλλά και το γεγονός πως μέσα από αυτές τις ιστορίες είδα την εξέλιξη του, το επόμενο βήμα και κατάλαβα πως αυτό το βιβλίο δεν είναι άλλη μια κυκλοφορίας ενός ακόμη τίτλου στη ροή της πορείας του αλλά πως είχε έρθει η ώρα, η κατάλληλη στιγμή, ο συγγραφέας – σχεδόν τρία χρόνια μετά το «Νυχτερινό Διαβάτη», να μας πει καινούργιες ιστορίες, να μας προβληματίσει με νέα θέματα, να μας δώσει νέες εικόνες μιας εποχής που δε σταματά να τρέχει.

Κλείνοντας θα ήθελα να ευχηθώ στον Αλέξανδρο Κεφαλά «Το άλλο ρούχο του φόβου» να έχει ένα όμορφο ταξίδι γεμάτο δυνατά συναισθήματα, νέες εμπειρίες και τελικό προορισμό τον τόπο που εκείνος έχει ονειρευτεί.

Πηγή: https://tovivlio.net/%CE%A4%CE%9F-%CE%91%CE%9B%CE%9B%CE%9F-%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%A7%CE%9F-%CE%A4%CE%9F%CE%A5-%CE%A6%CE%9F%CE%92%CE%9F%CE%A5-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85/

Ο Γιάννης Ρουσσιάς γράφει για "Το άλλο ρούχο του φόβου".




Παρουσιάζει ο Γιάννης Ρουσιάς.

Μια σειρά από μικρές ιστορίες μας προσφέρει στη νέα συλλογή διηγημάτων του ο Κεφαλάς. Όπως μας λέει και ο ίδιος, στη μικρή εισαγωγή του βιβλίου, πρόκειται για μινιατούρες, ένα είδος στο οποίο δεν έχουν κατασταλάξει ακόμη οι ειδήμονες της λογοτεχνίας.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μικρά  διηγήματα, από μερικές σειρές έως κάποιες σελίδες, όπου με το γνωστό ύφος του συγγραφέα αποτυπώνονται εικόνες από την κατάσταση που επικρατεί στη σύγχρονη Ελλάδα.

Μέσα στα διηγήματα, έχουμε την ευκαιρία να δούμε εικόνες από τη κοινωνική μας ζωή με ένα ύφος που ξεκινά από τον ρεαλισμό και φτάνει έως το σουρεαλισμό, αλλά που έχει την ευκαιρία να αποτυπώσει άψογα την εποχή μας.

Πριν λίγους μήνες είχα την ευκαιρία να θαυμάσω το έργο του Κεφαλά στη μικρή φόρμα διαβάζοντας το νυχτερινό διαβάτη, στη συλλογή αυτή μπορώ να πω ότι ο συγγραφέας έχει κάνει ένα σημαντικό άλμα στη γραφή του και μπορεί να αποτυπώσει σημαντικά νοήματα μέσα σε λίγες σειρές, αποτυπώνοντας με γλαφυρό τρόπο τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.


Πηγή: http://ergatikosagwnas.gr/arthra/54-vivlio/1533-aleksandros-kefalas-to-allo-royxo-tou-fovou

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

"Το άλλο ρούχο του φόβου" στο Επί Λέξει


Την Πέμπτη 23 Νοεμβρίου το απόγευμα παρουσιάστηκε στον βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στο κέντρο της Αθήνας η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Αλέξανδρου Κεφαλά.


Οι εκδόσεις Λέμβος παρουσιάζουν τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του λογοτέχνη   Αλέξανδρου Κεφαλά. Μετά το «Νυχτερινός Διαβάτης» ο συγγραφέας επανέρχεται με μία νέα συλλογή.


Αφηγήσεις καθημερινές, κάποτε σουρεαλιστικές, αποδίδονται με μια λογοτεχνική «μονοκοντυλιά» κι έναν ωμό, στα όρια του κυνικού, ρεαλισμό. 
Χαμένα όνειρα, ευσεβείς πόθοι, προκαταλήψεις, υποκρισία είναι μερικά από τα θέματα που αναδύονται από τις σελίδες της συλλογής, η οποία αποτελείται από τριάντα έξι αφηγηματικές μικρό-γραφίες.


Την εκδήλωση προλόγισε ο δημοσιογράφος/συγγραφέας Χρήστος Γαντζούδης, ο βιβλιοκριτικός Γιάννης Ρουσσιάς ακολούθησε με ανάλυση του έργου και ο βιβλιοκριτικος/συγγραφέας Χρήστος Δασκαλάκης διάβασε αποσπάσματα του βιβλίου κι απηύθυνε ερωτήσεις στον λογοτέχνη.




Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Κεφαλάς… «Ασχολούμαι με την πόλη μου, την εποχή μου, με πράγματα που μου λένε κάτι»


«Νομίζω, η αλήθεια είναι κάτι που λείπει. Όχι μόνο από τη Λογοτεχνία αλλά γενικότερα από τη ζωή μας»,
 Αλέξανδρος Κεφαλάς


Το καλοκαίρι τέλειωσε. Φθινόπωρο πια. Σεπτέμβρης κι όλοι επιστρέφουμε στην κανονική ζωή: στα σπίτια, στις δουλειές, στην καθημερινότητα μας. Έτσι, ξεκινάμε κι εμείς εδώ στο MUSEEKART και τη στήλη «Συναντήσεις Στη Πόλη» το δεύτερο κύκλο συνεντεύξεων ή καλύτερα συναντήσεων. Συναντήσεις με ανθρώπους που έχουν να μοιραστούν πράγματα μαζί μας.

Συνέντευξη και φωτογραφίες συνάντησης : Χάρης Γαντζούδης

Η επιλογή του προσώπου, για αυτή την πρώτη συνάντηση μετά το καλοκαίρι, δεν ήταν δύσκολη. Τον γνώρισα μέσα από κάποιες συγκυρίες πριν από λίγους μήνες. Όλο αυτό το διάστημα είχαμε ανταλλάξει κάποια μηνύματα εκτίμησης. Υπήρχε στο μυαλό μου πως κάποια στιγμή θα κάναμε αυτή τη συνάντηση. Τον Αύγουστο διάβασα τη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερινός Διαβάτης» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λέμβος και το “κάποια στιγμή”, έγινε Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου στις 18:00 στο Μοναστηράκι. Πάμε λοιπόν μαζί να γνωρίσουμε καλύτερα τον συγγραφέα Αλέξανδρο Κεφαλά.



Η ώρα είναι 17:50 και βγαίνω από την έξοδο προς Αθηνάς του Ηλεκτρικού Σταθμού. Όση ώρα περιμένω προσπαθώ να φανταστώ πως θα κυλήσει η συνάντηση. Μα δεν κατάφερα να έχω μια απάντηση καθώς τον είδα να με πλησιάζει. Περπατήσαμε στα στενά του Ψυρρή, στον πεζόδρομο της οδού Ηφαίστου για να καταλήξουμε στην Πλατεία Αβησσυνίας και στο όμορφο Λουκούμι Bar.

Σε όλη τη διαδρομή είπαμε πολλά. Ο Αλέξανδρος άνετος και φιλικός, έδιωξε την όποια αμηχανία. Κι έτσι, χαλαρά και όμορφα ξεκίνησε και η συζήτηση μας στη σκιά του Ιερού Βράχου.

Γεννήθηκες, μεγάλωσες και μέχρι και σήμερα μένεις στα Εξάρχεια. Τι σημαίνει για εσένα αυτή η περιοχή;

«Τα Εξάρχεια σημαίνουν για εμένα δυο πράγματα. Καταρχάς, είμαι κατά το ήμισυ Εξαρχειώτης και θα το διευκρινίσω αυτό. Γεννήθηκα το 1977 στα Εξάρχεια. Οι παππούδες μου ήταν ήδη στην περιοχή, στη γειτονιά πίσω από το Μουσείο όπου μένω και σήμερα, από τη δεκαετία του ’50. Αλλά προς τα μέσα της δεκαετίας του ’80 με τους γονείς μου μετακομίσαμε λόγω γκετοποίησης της περιοχής, στου Ζωγράφου. Αλλά επειδή εξακολουθούσαν να είναι οι παππούδες κάτω, κάθε Σαββατοκύριακο πηγαίναμε να τους δούμε. Οπότε, μεγάλωσα σα δεύτερη γειτονιά στα Εξάρχεια. Μπορεί να είμαι γέννημα αλλά κατά το ήμισυ θρέμμα Εξαρχειώτης. Οπότε τα Εξάρχεια σημαίνουν πολλά πράγματα διότι τα βίωσα και με πολλά πρόσωπα τα οποία άλλαξαν στην πορεία. Είναι τα παιδικά μου χρόνια, τα ανέμελα. Σίγουρα είναι συνυφασμένα με παιδικές μνήμες, θύμησες, με τα νεανικά χρόνια: τα πρώτα μεθύσια, διασκεδάσεις… και πλέον είναι και ο μόνιμος τόπος κατοικίας μου, με όλα τα καλά και τα κακά που συνεπάγεται του να ζει κάποιος στο Κέντρο. Άρα είναι κάτι εμβληματικό που με ακολουθεί από την ημέρα της γέννησης μου μέχρι και σήμερα. Είναι τα πάντα τα Εξάρχεια, είναι η πατρίδα μου».

Και αυτά τα βιώματα είναι ο λόγος που συχνά στις ιστορίες σου συναντάμε το Κέντρο της πόλης;

«Νομίζω υπάρχει σαν αναπόσπαστο κομμάτι των ιστοριών. Ιδίως των αστικών. Είτε ως πρώτο πλάνο δηλαδή αναφέρομαι κατευθείαν σε αυτό, δλδ είναι εμφανές στον αναγνώστη. Είτε σε δεύτερο πλάνο, προς τα πίσω. Ακόμα και κάποια διηγήματα που αναφέρονται στην επαρχεία, έχουν ένα αστικό υπόβαθρο. Θυμίζουν ότι οι ήρωες έχουν να κάνουν με την Πόλη. Αλλά σε κάποια άλλα είμαι πολύ άμεσος, οι ιστορίες διαδραματίζονται στα Εξάρχεια».

Έφυγες λοιπόν από τα Εξάρχεια και τώρα επέστρεψες. Γιατί;

«Γιατί νομίζω όλοι αναζητάμε τις ρίζες μας. Μπορεί να θέλουμε κάποια στιγμή να απομακρυνθούμε από αυτές, αλλά υπάρχει πάντα ένας ομφάλιος λώρος που μας δένει με αυτές. Αισθάνομαι άνετα στα Εξάρχεια και νομίζω θα εξακολουθήσω να μένω εκεί για πάντα. Δε θέλω να εγκαταλείψω το Κέντρο. Είμαι από τους επίμονους κατοίκους του. Νομίζω ότι πρέπει να το διεκδικήσουμε το Κέντρο».

Εντοπίζεις διαφορές στο Κέντρο του χθες και του σήμερα;

«Πολλές. Δυο διαφορές που μπορείς εύκολα να διακρίνεις είναι η καθαριότητα και η ασφάλεια. Στα νιάτα μου έπαιζα στο πάρκο της Τοσίτσας, στο Πεδίον του Άρεως, στο λόφο του Στρέφη. Επίσης το Κέντρο ήταν πολύ καθαρό. Μέχρι τα μέσα τουλάχιστον της δεκαετίας του ’80. Οι διαφορές είναι επίσης στον κόσμο. Πλέον είναι ένα χωνευτήρι τα Εξάρχεια και γενικότερα οι γειτονιές του Κέντρου. Αυτό είναι καλό και κακό βέβαια γιατί ζούμε σε πολιτισμικές κοινωνίες όπου ερχόμαστε σε επαφή με πολλά πράγματα, αλλά και το γεγονός ότι αλλάζει. Βλέπεις νέα ροή κόσμου, νέα μαγαζιά, στέκια. Είναι αυτό που λέγαμε και πριν στη βόλτα μας: η Αθήνα και οι γειτονιές του Κέντρου είναι ένα ζωντανό κύτταρο. Αυτό είναι το καλό. Παλιά ήταν πιο αστικοποιημένες οι περιοχές. Υπήρχε το προσωπείο του καθωσπρεπισμού. Τώρα είναι πιο εναλλακτικό το Κέντρο. Έχει πολλές επιλογές. Αισθάνομαι πιο άνετα να ζω εκεί».

Συχνά όμως και ειδικά τα Εξάρχεια στοχοποιούνται…

«Ναι, από ανθρώπους που δεν τα γνωρίζουν. Δηλαδή οι κάτοικοι των Εξαρχείων βλέποντας τα δελτία ειδήσεων λένε “Τα μεγαλοποιείτε λίγο τα πράγματα. Δε συμβαίνουν έτσι… ”. Ακόμη κι εγώ που μένω πολύ κοντά στο Μουσείο που γίνονται αυτά τα γεγονότα, δεν παίρνω πρέφα. Είναι μικρής κλίμακας. Κατευθυνόμενα από συγκεκριμένους χώρους. Βασικά δε φοβάμαι στα Εξάρχεια. Νιώθω ασφάλεια».



Ας αφήσουμε για λίγο τα Εξάρχεια. Έχεις σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Δώσε μου το δικό σου ορισμό για το τι είναι Τέχνη;

«Είναι η ανάγκη για δημιουργία. Δεν είναι απαραίτητα η ομορφιά. Είναι πολλά πράγματα. Κυρίως, για εμένα, είναι η έκφραση. Οποιοσδήποτε έχει την ανάγκη να εκφραστεί και το κάνει είτε με το λόγο είτε με τις εικαστικές τέχνες, είτε με τη μουσική είναι καλλιτέχνης, δημιουργός. Το αποτέλεσμα δε θα το κρίνω εγώ. Δεν είμαι κριτικός. Υπάρχουν τεχνοκριτικοί για να κρίνουν. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου. Αλλά Τέχνη είναι η δημιουργία, τίποτα άλλο».

Και η Λογοτεχνία πως προέκυψε στη ζωή σου;

«Όπως το λες, προέκυψε. Δεν ήμουν από τα παιδιά που ήταν συνέχεια με ένα μπλοκάκι κι έγραφε ποιήματα, στίχους, διηγήματα… Διάβαζα πάρα πολύ οπότε ίσως μπήκε στη ζωή μου με τη μορφή της ανάγνωσης. Αλλά αργότερα, στα Πανεπιστημιακά μου χρόνια και ειδικά στο τελευταίο έτος του Κολεγίου, αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω κάτι δικό μου. Κι έτσι βγήκε το πρώτο μου μυθιστόρημα που είχα και την τύχη του πρωτάρη, δηλαδή εκδόθηκε πολύ εύκολα κι από έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο. Βέβαια τα επόμενα, έπεσαν συγκυριακά στην περίοδο της κρίσης και αγωνίστηκα για να βγουν. Αλλά ναι, το πρώτο προέκυψε. Ήταν μια προσωπική ανάγκη που βρήκε το δρόμο της μέσα από τη συγγραφή».

Το μυθιστόρημα αυτό είχε τον τίτλο “Η Αγγλίδα Κυρία” και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα. Τι θυμάσαι έντονα από εκείνη την περίοδο;

«Θυμάμαι ότι δεν υπήρχε βράδυ που να μην κάθομαι μπροστά από τον υπολογιστή και να γράφω, να διορθώνω, να οργανώνω γιατί ήταν και η πρώτη μου επαφή με τη συγγραφή και “τρίφτηκα”. Ήταν σα να έκανα ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής μόνος μου γράφοντας, σκίζοντας, διαλύοντας. Οπότε ήταν αρκετά κοπιαστικό. Επίσης ήταν επηρεασμένο από τα αναγνώσματα μου εκείνης της περιόδου. Επειδή διάβαζα τότε Κλασική Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία, μάλλον προσπάθησα να μιμηθώ αυτό το είδος, αυτή τη σχολή του 19ου αιώνα. Είναι θεωρητικά ένα ιστορικό μυθιστόρημα που γράφτηκε από έναν Έλληνα αλλά αναφέρεται στην Αγγλία και την Ιταλία. Δεν ξέρω πως μου βγήκε. Τώρα που το βλέπω το νιώθω σαν νεανικό ατόπημα. Δε θα καταπιανόμουν τώρα με κάτι τέτοιο».

Άγνοια κινδύνου;

«Ναι, κι αν μου έλεγες τώρα να το επανέκδιδα θα ήμουν πολύ επιφυλακτικός. Ενώ πήγε καλά, το πήρε ένας μεγάλος εκδοτικός, είχε καλές πωλήσεις, κανείς δεν έγραψε κάποια αρνητική κριτική, δηλαδή είχε μια σοβαρότητα ως ένα ιστορικό μυθιστόρημα, νομίζω δεν είχε καμία επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και εγώ ως Αθηναίος πεζογράφος κυρίως, θέλω να ασχολούμαι με την πόλη μου, με την εποχή μου, με πράγματα που μου λένε κάτι αυτή τη στιγμή. Οπότε δε θα το επανέκδιδα με τίποτα».

Να ασχολείσαι με ότι συμβαίνει τώρα… Αυτό είναι ανάγκη;

«Νομίζω είναι δείγμα ωριμότητας. Για αυτό το βλέπω σα νεανικό ατόπημα. Ζούσα σε ένα φανταστικό κόσμο τον οποίο αποτύπωσα, εκδόθηκε για καλή μου τύχη, πήγε καλά αλλά ως εκεί. Το ίδιο συμβαίνει και με το δεύτερο βιβλίο, “Ιερό Πάθος”. Ήταν στο ίδιο ύφος. Η πραγματική λογοτεχνική μου ταυτότητα ήταν στο τρίτο μου βιβλίο. Τα δυο πρώτα ήταν πειραματικά».


Η ώρα πέρασε. Αφήσαμε το Λουκούμι και περπατήσαμε ως το Ζάππειο και την έκθεση βιβλίου. Εκεί καθίσαμε στο περίπτερο των εκδόσεων Λέμβος και συνεχίσαμε την κουβέντα μας.

Από το 2007 που έκανες την πρώτη σου εμφάνιση στη Λογοτεχνία μέχρι και σήμερα, έχεις ασχοληθεί με όλα τα είδη: ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, παραμύθι… Που αισθάνεσαι πιο άνετα;

«Βασικά ασχολήθηκα με όλα γιατί μου αρέσει να πειραματίζομαι. Αν για παράδειγμα ήμουν ζωγράφος, δε θα δούλευα μόνο το λάδι. Θα ήθελα να δω και την ακουαρέλα, τα παστέλ… Γιατί και ο λόγος έχει πολλά μέσα έκφρασης. Οπότε η ποίηση ήταν ανάγκη που βγήκε μια δεδομένη στιγμή και προσπάθησα να πειραματιστώ με τον έμμετρο λόγο. Αλλά τον εαυτό μου τον βρίσκω μέσα από την πεζογραφία. Θεωρώ τον εαυτό μου πεζογράφο. Δε βάζω ταμπέλες απλά νομίζω εκφράζομαι καλύτερα με τον πεζό λόγο. Εκεί βρίσκω τον Αλέξανδρο ως λογοτέχνη».

Τον Αλέξανδρο ως άνθρωπο σε ποιο έργο σου τον συναντάμε περισσότερο; Φοβάσαι αυτή την έκθεση;

«Όχι, την έκθεση δε την φοβήθηκα ποτέ. Δε με αφορά. Αν ο δημιουργός πρώτος λογοκρίνει το έργο του, έχει χάσει ένα μεγάλο επικοινωνιακό παιχνίδι γιατί το έργο τέχνης πρέπει να έχει μέσα το στοιχείο της επικοινωνίας. Αν εσύ δεν είσαι αληθινός απέναντι σε αυτά που γράφεις και φοβάσαι να εκτεθείς πως περιμένεις να το αποδεχτεί ένας άγνωστος; Τώρα τον Αλέξανδρο νομίζω τον συναντάμε περισσότερο στο “Νυχτερινός Διαβάτης”. Έχει αρκετά στοιχεία από τη δική μου προσωπικότητα. Οι ήρωες μου έχουν ψήγματα της προσωπικότητας και της ιδιοσυγκρασίας μου χωρίς να είναι ο καθρέφτης του εαυτού μου. Αλλά επειδή το τελευταίο ομότιτλο διήγημα είναι αρκετά αυτό-αναφορικό, νομίζω ότι όποιος με ξέρει καλά διακρίνει στοιχεία μου».


Την έκθεση δε την φοβάσαι. Την κριτική;

«Δεν τη φοβάμαι γιατί αν θεωρείς ότι έχεις γράψει κάτι το οποίο είναι άρτιο, δεν υπάρχει κακή κριτική. Μπορεί να αρέσει, μπορεί και όχι. Αν για παράδειγμα ένα μυθιστόρημα είναι καλογραμμένο, ανεξάρτητα αν αρέσει η πλοκή ή ο χαρακτήρας σε κάποιον, νομίζω δεν έχεις να φοβάσαι κάτι. Ακόμα κι από την πιο αυστηρή κριτική μπορείς κάτι να πάρεις. Είμαι τυχερός. Όσες κριτικές μου έχουν κάνει είναι θετικές οπότε δεν έχω βιώσει μια πραγματικά κακή κριτική που να με ρίξει ψυχολογικά. Αλλά νομίζω έχει να κάνει και με την εμπιστοσύνη που έχεις εσύ ως δημιουργός στο έργο σου. Αν το πιστεύεις εσύ θα το πιστέψουν και οι άλλοι».

Και μιας και μιλάμε για τη συλλογή “Νυχτερινός Διαβάτης”, πως προέκυψε και ποια μηνύματα κρύβονται πίσω από τις δέκα ιστορίες;

«Η συνεργασία με τις Εκδόσεις Λέμβος προέκυψε από το βιβλίο μου που είχε προηγηθεί. Είχα γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα “Γλυκό Κυδώνι” που βασίζεται σε αληθινή ιστορία των θείων της μητέρας μου που ήταν από τις Κυδωνίες της Μ. Ασίας, το Αϊβαλί, το οποίο εξέδωσε η μητέρα του εκδότη μου Δημήτρη Τσουκάτου , η Πηνελόπη που είχε τις εκδόσεις Τσουκάτου. Ο Δημήτρης εκείνη την περίοδο δημιουργούσε τις εκδόσεις Λέμβος και ήταν σε αναζήτηση νέων συγγραφέων και λογοτεχνών. Όταν μετά από ένα χρόνο ολοκλήρωσα τα σύγχρονα μου διηγήματα, τα έδωσα στο Δημήτρη ο οποίος τα διάβασε, του άρεσαν και έγινε η πρώτη συλλογή διηγημάτων που εξέδωσαν οι εκδόσεις Λέμβος. Έτσι προέκυψε η συνεργασία μας με το Δημήτρη η οποία ήταν πολύ καλή σε όλα τα επίπεδα. Τώρα, ο “Νυχτερινός Διαβάτης” ασχολείται με την πόλη. Κινείται στο πλαίσιο του κοινωνικού ρεαλισμού και του αστικού μυθιστορήματος. Είναι δέκα διαφορετικές ιστορίες οι οποίες ασχολούνται σίγουρα με τη φθορά. Μερικές είναι και λίγο επικριτικές, ειρωνικές με την αλήθεια που προσπαθούμε να κρύψουμε πολλές φορές. Σε κάποια παρουσίαση μου είπαν ότι αυτή η συλλογή είναι κατά του μικροαστισμού. Ίσως και να είναι γιατί στο τέλος τραβάω την κουρτίνα κι αφήνω τους ήρωες μου “γυμνούς” στα μάτια του θεατή. Θέλω την απροκάλυπτη αλήθεια. Νομίζω η αλήθεια είναι κάτι που λείπει. Όχι μόνο από τη Λογοτεχνία αλλά γενικότερα από τη ζωή μας. Οπότε μέσα από τη δική μου Λογοτεχνία προσπαθώ να αποκαλύψω την αλήθεια. Αυτό που βιώνουμε και ζούμε σήμερα».

Γιατί πιστεύεις ότι λείπει η αλήθεια;

«Νομίζω έχουμε γίνει λίγο υπόδουλοι του lifestyle, της εικόνας μας. Κρυβόμαστε λίγο πίσω από το δάχτυλο μας. Όλοι προβάλουμε προς τα έξω μια άλλη εικόνα από αυτό που είμαστε και νομίζω ένας καλλιτέχνης αυτό πρέπει να κάνει: να αποκαλύπτει την αλήθεια. Νομίζω ένα διαχρονικό έργο είναι το αληθινό έργο. Αυτό που μεταφέρει άμεσα το μήνυμα, αυτό που θέλει να πει ο δημιουργός».

Φανατικός αναγνώστης από μικρός. Αγαπημένα βιβλία; Σε ποια γυρνάς ξανά και ξανά;

«Γυρνάω στα βιβλία της Τζέιν Όστεν. Τα έξι μεγάλα έργα της τα έχω διαβάσει 2-3 φορές. Μου αρέσει πολύ ο Μπαλζάκ και το βιβλίο του “Η γεροντοκόρη”, “Το πορτρέτο μιας κυρίας” του Χένρι Τζέιμς, “Η πανούκλα” του Καμύ, “Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ” του Έντουαρντ Φόρστερ. Από τους δικούς μας του Καραγάτση τα “Γιούγκερμαν”, ”Η Μεγάλη Χίμαιρα”, τα έργα του Θεοτοκά, του Λαπαθιώτη του οποίου διάβασα τελευταία τα πεζά του και τα λάτρεψα. Ταυτίστηκα πάρα πολύ μαζί του. Έχω πάρα πολλά αγαπημένα και πάντα φοβάμαι μην αδικήσω κάποια που δεν ανέφερα».

Από σύγχρονους; Υπάρχουν νέες λογοτεχνικές φωνές που ξεχωρίζεις;

«Υπάρχουν αλλά δε θα αναφερθώ συγκεκριμένα γιατί αν κάποιος μας διαβάσει θα πει 'γιατί δεν ανέφερε εμένα;' Θα μου επιτρέψεις λοιπόν να μην αναφερθώ σε ονόματα αλλά υπάρχουν σύγχρονοι και νεαρότατοι αξιόλογοι συγγραφείς σίγουρα. Απλά εγώ είμαι λίγο δύσκολος. Σπάνια θα διαβάσω. Θα πρέπει να είναι κάποιος γνωστός μου, φίλος να μου δώσει το βιβλίο του. Δηλαδή αν πάω σε ένα βιβλιοπωλείο θα πάω κατευθείαν στην ξένη λογοτεχνία, στους κλασικούς ή στους δικούς μας προγενέστερους συγγραφείς. Και πρέπει σίγουρα να πιστεύω κάποιον για να τον διαβάσω. Αλλά σίγουρα υπάρχουν αξιόλογες φωνές και είναι παρήγορο που στις μέρες που ζούμε ο κόσμος γράφει και γράφει και καλά. Οι Έλληνες γράφουν καλά».

Από τους κλασικούς, υπάρχει κάποιος που να επηρέασε και το δικό σου τρόπο γραφής;

«Από τους Έλληνες ο Καραγάτσης. Μου αρέσει πολύ η γραφή του. Από τους ξένους σίγουρα ο Μπαλζάκ που υπήρξε πολυγραφότατος, ανήσυχο πνεύμα, που κι εκείνος κατέγραψε την κοινωνία της εποχής του».

Αθήνα 2017. Τι αγαπάς και τι μισείς στη Πόλη;

«Την αγαπάω την Πόλη. Παρόλα τα κακά του να ζει κάποιος στο Κέντρο. Την αγαπάω και προσπαθώ να βλέπω τα όμορφα. Περπατάω σε ένα βρόμικο δρόμο και θα δω το ωραίο γκράφιτι και όχι τα σκουπίδια. Καθόμαστε εδώ και θα χαζέψω την Ακρόπολη και όχι τις στέγες που είναι σε άθλια κατάσταση. Προσπαθώ επιλεκτικά να βλέπω τα καλά της Πόλης. Αγαπάω αυτό που σου είπα: ότι είναι ένα ζωντανό κύτταρο. Μια πόλη που διαρκώς αλλάζει, μεταμορφώνεται και παραμορφώνεται κάποια στιγμή, δυστυχώς. Αλλά ξαναβρίσκει πάλι την ταυτότητα της κι αυτό μου αρέσει. Μισώ τη μιζέρια που μας έχει επιβληθεί λόγω των χαλεπών καιρών που ζούμε. Δε μπορώ να βλέπω πια αυτά τα μίζερα, θλιμμένα πρόσωπα των Αθηναίων».

Πιστεύεις ότι έχουμε “βολευτεί” κάπως σε αυτή τη μιζέρια;

«Η ανθρώπινη φύση μου φαίνεται έχει μια τάση να γκρινιάζει, να μιζεριάζει. Όσο όμως παρατείνεται αυτή η κατάσταση δεν είναι εύκολο να δει το αισιόδοξο. Ο πιο ψαγμένος κόσμος όπως οι καλλιτέχνες που έχουμε την τάση να αναζητούμε το ωραίο, το κάνουν. Ο μέσος Έλληνας πνίγεται στα προβλήματα του κι αυτό είναι που μισώ στους Αθηναίους πλέον. Είναι εγκλωβισμένος και δε σηκώνει το κεφάλι να δει το γαλάζιο του ουρανού. Μένει κάτω, με το κεφάλι στο βρώμικο πεζοδρόμιο».

Τι πιστεύεις ότι μας οδήγησε στο να μην μπορούμε να δούμε το γαλάζιο του ουρανού;

«Είναι συνισταμένη πολλών παραγόντων. Δε θα πω όλα αυτά τα γνωστά, τα κατευθυνόμενα από τα μέσα ενημέρωσης κτλ. Αηδίες. Νομίζω είναι καθαρά προσωπικό. Είτε το έχεις είτε όχι. Είναι και θέμα παιδείας. Ένας άνθρωπος που κοιτάζει την αυτό-ολοκλήρωση του και προσπαθεί να γίνει καλύτερος, σίγουρα θα αναζητήσει το ωραίο ακόμα και στα δύσκολα. Ένας άνθρωπος που έχει μάθει να ζει βολεμένα, δηλαδή θέλει τη δουλίτσα του, το μισθούλι του, τη συνταξούλα του … όταν του έρχονται τα προβλήματα και μια κατάσταση που του αναιρεί το πλάνο, δε μπορεί να δει την εναλλακτική. Θάβεται κάτω από αυτό. Οπότε νομίζω είναι θέμα προγραμματισμού. Ο μέσος Έλληνας είχε μάθει να ζει βολεμένος, ξεβολεύτηκε ξαφνικά και δε μπορεί να δει την εναλλακτική του να μάθει να ζει διαφορετικά, να μάθει να βιώνει το τώρα. Αυτό είναι που ξεχνάμε πολλοί: να ζούμε το παρόν και να αναζητούμε το καλό μέσα στο παρόν».

Μια μέρα χωρίς Λογοτεχνία τι περιλαμβάνει;

«Υπάρχουν πολλές μέρες χωρίς Λογοτεχνία από άποψη συγγραφής. Περνάω περιόδους που δεν γράφω. Γράφω μόνο όταν έχω κάτι να πω ή με κατακλύζει η έμπνευση. Άρα πολλές μέρες δε γράφω. Διαβάζω βέβαια πολύ. Περιλαμβάνει, λοιπόν, βόλτες στην Πόλη με το σκύλο μου, μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη σχολή που διδάσκω, επισκέψεις σε εκδοτικούς, ήσυχα απογεύματα στο σπίτι, όμορφα βράδια στην Πόλη και τώρα το φθινόπωρο κινηματογράφο, θέατρο, συναυλίες…».

Έμπνευση, εύκολη ή δύσκολη υπόθεση;

«Δύσκολο είναι να εστιάσεις γιατί ιδέες έρχονται. Το δύσκολο είναι να εστιάσεις σε μια και να την αναπτύξεις και γύρω της να δημιουργήσεις ένα βιβλίο. Δόξα τω Θεώ μου έρχονται ιδέες, εμπνεύσεις αλλά πρέπει να ωριμάσει μέσα μου μια ιδέα για να κάτσω μπροστά από έναν υπολογιστή και να την καταθέσω».

Κλείνοντας την όμορφη συζήτηση μας θα ήθελα να μου πεις τα επόμενα σχέδια σου.

«Στο τυπογραφείο βρίσκεται ήδη η επόμενη μου συλλογή διηγημάτων στην οποία εξερευνώ τη μικρή φόρμα και θα κυκλοφορήσει μέσα στα χρόνο επίσης από τις Εκδόσεις Λέμβος. Έχω ξεκινήσει εδώ και τρία χρόνια να γράφω ένα καινούργιο μυθιστόρημα το οποίο δεν ξέρω που θα με πάει ακόμη. Του δίνω χρόνο. Επίσης, έχω γράψει κάποια ποιήματα τα οποία δεν ξέρω αν θα ενταχθούν ποτέ σε μια συλλογή. Προς το παρόν υπάρχουν στο σημειωματάριο μου».

Η συνάντηση με τον Αλέξανδρο Κεφαλά ήταν από τις καλύτερες Συναντήσεις Στη Πόλη. Έκανα έναν καινούργιο φίλο, με κέφι, ενέργεια και όρεξη για δημιουργία. Σε ευχαριστώ Αλέξανδρε και ανυπομονώ για τα επόμενα.

Πηγή: http://www.museekart.com/archives/5522

Ένας Νυχτερινός Διαβάτης συναντά την Τζέιν Όστεν



"Τα Μικρά Βιογραφικά από τις Εκδόσεις Λέμβος, μια σειρά απίστευτης αισθητικής, με όμορφες γκραβούρες και χαρτί που δεν χορταίνουν τα δάχτυλα σου να χαϊδεύουν."

Χρήστος Δασκαλάκης

Κρρατώ στα χέρια μου μία από τις πιο όμορφες σειρές βιβλίων που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά.

Βιογραφίες αγαπημένων κλασσικών, που άφησαν το αποτύπωμα τους όσο ελάχιστοι άλλοι, και ταξίδεψαν με τις λέξεις εκατομμύρια αναγνώστες σε όλον τον κόσμο. Η ιστορία της ζωής τους με τρόπο απλό, κατανοητό, με λεπτομέρειες άγνωστες στο ευρύ κοινό, με πληροφορίες που θα μας βοηθήσουν να μπούμε λίγο στον ψυχισμό τους και να κατανοήσουμε τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια.

Ο Δημήτρης Τσουκάτος, είναι ο εκδότης που τόλμησε να προσφέρει αυτό το δώρο στους αναγνώστες, και ο Αλέξανδρος Κεφαλάς, ο συγγραφές που επιμελήθηκε τους τρεις πρώτους τίτλους της σειράς, φέρνοντας μας λίγο πιο κοντά στη ζωή και το έργο της Τζέιν Όστεν, του Ονορέ Ντε Μπαλζάκ, της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ



Με τον Αλέξανδρο Κεφαλά γνωριστήκαμε στα αγαπημένα μας Εξάρχεια, συναντηθήκαμε συγγραφικά στη συλλογή διηγημάτων «9 Ώρες Στα Εξάρχεια» και έκτοτε απολαμβάνουμε τη χαρά του να είμαστε γείτονες μα κυρίως φίλοι. Το τελευταίο του προσωπικό βιβλίο «Νυχτερινός Διαβάτης» έλαβε υπέροχες κριτικές, μου έκανε συντροφιά στις πιο όμορφες βραδιές της άνοιξης και εγώ χαίρομαι που έχω την ευκαιρία με τη σειρά μου να το παρουσιάσω σήμερα στους φίλους αυτής της στήλης.

Το ραντεβού μαζί του καταφέραμε να το κάνουμε ένα πρωινό Κυριακής. Κανένα βιβλιοπωλείο ανοιχτό να μας φιλοξενήσει τέτοια μέρα, τα βήματα έτσι μας έφεραν έξω από την Εθνική βιβλιοθήκη, κάτω από τον λαμπερό ήλιο, δίνοντας μας την ευκαιρία να μιλήσουμε για όσα αγαπάμε και ονειρευόμαστε.

Στα μαρμάρινα σκαλοπάτια της κιβωτού της γραπτής παρακαταθήκης των Ελλήνων καθίσαμε και εμείς, κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, σε ένα κτίριο που χρηματοδοτήθηκε από έλληνες της διασποράς σε μια ιδέα του φιλέλληνα Ιωάννη Ιακώβου Μάγε το έτος 1824, και τελικό ιδρυτή τον Ιωάννη Καποδίστρια, το 1829.

Και εκεί, ανάμεσα στα γερασμένα κομμάτια της ιστορίας, ανάμεσα σε τουρίστες που φωτογράφιζαν ευλαβικά το επιβλητικό κτήριο και στα αυτοκίνητα που μας «ένωναν» ενοχλητικά με το ανήσυχο παρόν, ο Αλέξανδρος Κεφαλάς μοιράστηκε μαζί μας τη δική του διαδρομή, τη δική του ιστορία.




Αλέξανδρος Κεφαλάς: Γεννήθηκα στην Αθήνα, στη γειτονιά που οι Εξαρχειώτες ονομάζουμε «Μουσείο» εξαιτίας της γειτνίασής της με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Η επαφή μου με τη σοβαρή λογοτεχνία έγινε στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Θυμάμαι στο σπίτι των παππούδων μια μεγάλη αρτ ντεκό δρύινη βιβλιοθήκη με τζαμένιες πόρτες και άπειρα βιβλία στο εσωτερικό της να σε καλούν να τα διαβάσεις. Τα πρώτα αναγνώσματα, αν και δύσκολα και δυσνόητα πολλές φορές, από παλιούς χρυσόδετους τόμους και φθαρμένες εκδόσεις προέρχονταν απ’ αυτήν την βιβλιοθήκη κατά τις κυριακάτικες επισκέψεις μου. «Το ψοφίμι» του Παπαδιαμάντη, «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» του Βρεττάκου και η «Μάνα» του Γκόρκι είναι οι πρώτοι τίτλοι που μου έρχονται στον νου σαν αναλογίζομαι εκείνα τα χρόνια της αθωότητας. Αργότερα, στα γυμνασιακά μου έτη, στράφηκα στην κλασική ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Τα μικρά μου βιογραφικά της Τζέιν Όστεν, του Ονορέ ντε Μπαλζάκ και της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Λέμβος, βασίστηκαν στους πρώτους εκείνους λογοτεχνικούς έρωτες. Η σατιρική μα ενδελεχής ματιά της κυρίας Όστεν, ο δημιουργικός οίστρος του μεσιέ Μπαλζάκ και ο κοινωνικός ρεαλισμός της κυρίας Γκάσκελ έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής μου ταυτότητας. Ανάμεσά μας υπάρχουν σπουδαίοι λογοτέχνες, αλλά ακόμα δεν έχω βρει αυτές τις ιδιότητες αριστοτεχνικά πλεγμένες από σύγχρονους συγγραφείς. Τόσο στο ιστορικό μου μυθιστόρημα «Γλυκό Κυδώνι» (εκδ. Τσουκάτου, 2013) όσο και στη σύγχρονη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερινός Διαβάτης» (εκδ. Λέμβος 2014) υπάρχει μια νοσταλγική διάθεση που παραπέμπει σε αλλοτινές εποχές. Ίσως αυτό να μην είναι εντελώς τυχαίο. Κι εγώ ως ιδιοσυγκρασία συνδυάζω πολλά ‘ρετρομοντέρνα’ στοιχεία, άλλωστε. Σίγουρα με δένουν πολλά με το παρελθόν, αλλά θεωρώ την εποχή μας καλύτερη σε πολλά επίπεδα, που θα χρειαζόμασταν ένα άλλο αφιέρωμα για να τα αναλύσουμε. Η επιτυχία μάλιστα του Νυχτερινού Διαβάτη οφείλεται στη ρεαλιστική αποτύπωση μιας κοινωνίας που λίγο-πολύ όλοι γνωρίζουμε. Υπήρξα, λοιπόν, πρώτα δεινός αναγνώστης κι έπειτα συγγραφέας. Αν και από μικρός έγραφα ‘καλές’ εκθέσεις, δεν είχα ποτέ διανοηθεί ή τολμήσει να εκφραστώ με την πένα μου. Για πολλά χρόνια το σχέδιο και η μουσική υπήρξαν οι δικές μου δημιουργικές διέξοδοι κι όχι η συγγραφή. Αυτή προέκυψε στα φοιτητικά μου χρόνια. Λίγο πριν πάρω το πτυχίο του ιστορικού τέχνης είχα ολοκληρώσει το πρώτο μου μυθιστόρημα ‘εποχής’ («Η Αγγλίδα Κυρία», 2007) που, πες το η τύχη του ‘πρωτάρη’, εκδόθηκε σχεδόν αμέσως από τις εκδόσεις Διόπτρα. Αυτά τότε, διότι σήμερα δυστυχώς ο χώρος της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής χωλαίνει, με αποτέλεσμα πολλές ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές φωνές να μη βρίσκουν τον δρόμο προς τους εκδοτικούς οίκους. Εντούτοις, με όλα τα δεινά που ζούμε καθημερινά, πιστεύω πως η δημιουργική φαντασία και τα όνειρα όχι μόνο επιβιώνουν αλλά βγαίνουν και νικητές. Ένα βιβλίο αποτελεί έναν κόσμο ολόκληρο, μια διαδικασία κάθαρσης, όχι μόνο για τον συγγραφέα αλλά και για τον αναγνώστη που θα ταυτιστεί και θα ταξιδέψει μαζί του. Άλλωστε και η ζωή μας δε μοιάζει με τα κεφάλαια ενός βιβλίου; Τη δική μου νομίζω πως μέχρι τώρα την έχω γράψει καλά, στα μονοπάτια που θέλησα να χαράξω. Η συνέχεια έπεται…

Με αυτές τις λέξεις έκλεισε ο Αλέξανδρος Κεφαλάς τη συνομιλία μας, και ολοκληρώνοντας εδώ το δικό μου κείμενο για το έργο του, θέλω να επισημάνω τη σημασία του να υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που φέρνουν στο μυαλό μια παλιά Αθήνα, έναν αυθεντικό, αστικό τρόπο ζωής, έναν «ευγενικό» τρόπο σκέψης.

Σας παροτρύνω να διαβάσετε ολόκληρη τη σειρά με τις μικρές βιογραφίες και να τις προσφέρετε στους φίλους σας. Υπάρχουν κάποια πράγματα που οφείλουμε να έχουμε στη βιβλιοθήκη μας, μα πρωτίστως, να έχουμε θρέψει με αυτά την ανάγκη μας για γνώση. Για εκείνους που θα διαβάσουν τον Νυχτερινό Διαβάτη, τους αφιερώνω το πρώτο διήγημα, την «Μαρμαρένια Κόρη», που κατάφερε να φέρει δάκρυα στα μάτια μου και να μου υπενθυμίσει τη δύναμη της απλότητας και της ελληνικής κληρονομιάς!

Καλή ανάγνωση!

Πηγή: http://www.culturenow.gr/gonypeteis-mia-poreia-pros-tin-arxi/

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

IANOS-Γυμνιστές στο δρόμο.Τέσσερα βιβλία αποκαλύπτονται.


Τη Δευτέρα 8 Μαΐου το απόγευμα στο βιβλιοπωλείο του Ιανού επί της Σταδίου 24 στο κέντρο της Αθήνας πραγματοποιήθηκε η ιδιαίτερη λογοτεχνική συνάντηση «Γυμνιστές στο δρόμο. Τέσσερα βιβλία αποκαλύπτονται.» Παρουσιάστηκαν τα βιβλία: Χιλιόμετρα εκδ. Στοχαστής του Χρήστου Δασκαλάκη, Γονυπετείς εκδ. Γκοβόστη της Τζούλιας Γκανάσου, Νυχτερινός Διαβάτης εκδ. Λέμβος του Αλέξανδρου Κεφαλά και Πορτοκαλί Φάκελος εκδ. Λέμβος του Βαγγέλη Σωτήρη.

Τέσσερα συνομιλούντα έργα και μια ομάδα νέων λογοτεχνών, ο καθένας με τη δική του αξιόλογη πορεία στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων, βγήκαν στο δρόμο μη διστάζοντας να ‘ξεγυμνωθούν’ μπροστά στα μάτια του αναγνώστη.


Με αφορμή την πρόσφατη συγγραφική συνάντηση τους στη συλλογή διηγημάτων 9 Ώρες στα Εξάρχεια εκδ. Λέμβος, οι τέσσερις συγγραφείς μας έδωσαν ένα καινούριο ραντεβού στον Ιανό και αυτή τη φορά ξετύλιξαν ο καθένας ιστορίες μέσα από ένα προσωπικό τους βιβλίο. Εξομολογήθηκαν τα δικά τους μυστικά, συνομίλησαν, έπαιξαν με το κοινό, μοιράστηκαν εμπειρίες, προβληματισμούς, διάβασαν και αποκαλύφθηκαν.






Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

ΣΤΑΣΗ ΕΡΤ-Α.ΚΕΦΑΛΑΣ



Τη Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου ήμουν καλεσμένος των Ανδρέα Ροδίτη & Σόνια Φίλη ζωντανά στην πολιτιστική εκπομπή της κρατικής 'Στάση Ερτ.' Μιλήσαμε για λογοτεχνία και μεγάλους συγγραφείς με αφορμή την σειρά των εκδόσεων Λέμβος "Μικρά Βιογραφικά-Μια ματιά στον κόσμο" που επιμελούμαι. 


Εξωτερικοί σύνδεσμοι¨
http://webtv.ert.gr/katigories/enimerosi/06fev2017-stasi-ert/
https://www.youtube.com/watch?v=IphoBN9KAYo