Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Culternow.gr-Μια ματιά στον κόσμο της Τζέιν Όστεν








Γράφει ο Γιάννης Αντωνιάδης :


Στην σειρά "Μικρά Βιογραφικά" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λέμβος, η βιογραφία της Τζέιν Όστεν είναι πέρα από μία βιογραφική έρευνα σχετικά με το πρόσωπο της αινιγματικής φυσιογνωμίας της Τζέιν Όστεν και μία μικρή ιστορική αναδρομή σε άγνωστες πτυχές της ζωής στην αγγλική ύπαιθρο στις αρχές του 19ου αιώνα.


Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς με πολύ μεράκι μας ταξιδεύει πίσω στον χρόνο μίας ρομαντικής εποχής και παρέχει στον αναγνώστη την χαρά και την απόλαυση να αντλήσει πληροφορίες για την ζωή της συγγραφέως. Θα μας μιλήσει εκτενέστατα για τον μοναχικό της χαρακτήρα και την μη προσαρμογή της σε συμβάσεις και αρχές της εποχής όσο αναφορά τη ζωή μίας νέας κοπέλας όπως εκείνη αλλά θα αναφερθεί παράλληλα και στις ψυχαγωγικές ενασχολήσεις της που καθόρισαν τη σύντομη ζωή της και τις οποίες βέβαια ενέταξε στα μυθιστορήματά της. Θα μάθουμε για τις μουσικές προτιμήσεις της συγγραφέως, την χορευτική της δεινότητα αλλά και τις ενδυματολογικές τάσεις που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο ενώ παράλληλα θα ενημερωθούμε για παραδόσεις και έθιμα σχετικά με γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Όλα αυτά τα στοιχεία δεν είναι εκτός θέματος, είναι ένας τρόπος να εισέλθουμε στα παρασκήνια των λόγων, των συγκυριών και των εμπειριών που την οδήγησαν να γράψει μυθιστορήματα όπως η Λογική και Ευαισθησία ή Περηφάνια και Προκατάληψη και τα οποία την εδραίωσαν ως μία από τις επιφανέστερες γυναικείες φωνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.


Θα ήταν φρόνιμο να θυμίσουμε πως η Όστεν προκάλεσε τριγμούς και αντιδράσεις ως μία από τις πρώτες γυναίκες λογοτέχνες και για αυτό τον λόγο κράτησε για καιρό κρυφό το μυστικό της συγγραφικής της δεινότητας αφήνοντας να πλανάται ένα μυστήριο στις συγκεντρώσεις και στις συναθροίσεις όπου με συνοδεία μουσικής διάβαζαν τα γραπτά της μην γνωρίζοντας πως και η ίδια η συγγραφέας ήταν παρούσα. Διατηρούσε την ανωνυμία της ίσως και για λόγους προσωπικούς μιας και από όσο αντιλαμβάνεται κανείς από την ιστορία της ζωής της ήταν μία κοπέλα πολύ χαμηλών τόνων, εσωστρεφής και μάλλον καταθλιπτική παρά τον πρόσχαρο χαρακτήρα που εμφάνιζε προς τα έξω. Η ενασχόλησή της με διάφορες δραστηριότητες, όπως η συγγραφή, ο χορός και η μουσική της εξασφάλιζαν εκτός από την προσωπική της τέρψη και μία κάποια εκτόνωση στην θλίψη που είχε συγκεντρώσει μέσα της από τις συνεχείς αλλαγές στους τόπους διαμονής και από την ανησυχία της ίδιας της ψυχής. Η ίδια συγκλονίστηκε σε βαθμό λιποθυμίας από την απόφαση του πατέρα της να μετακομίσουν στο Μπαθ για χάρη ενός πιο κοσμοπολίτικου βίου, χάνοντας έτσι την επαφή με την ύπαιθρο που για εκείνη αποτελούσε βάλσαμο και τρόπο ανάτασης της αδύναμης φύσης της. Η εξοχή ήταν ο τόπος εκείνος που της εξασφάλιζε γαλήνη και ηρεμία, μία γωνιά προσωπικής απομόνωσης από τα φτηνά και τα ευτελή που έβλεπε γύρω της να λαμβάνουν χώρα. Παρ' όλα αυτά η απώλεια του πατέρα της ήταν για εκείνη ένα βαρύ πλήγμα και η οικονομική δυσπραγία που επακολούθησε την ανάγκασε να κλειστεί στον εαυτό της και μόνο μετά από την οικονομική στήριξη του πλούσιου αδελφού της κατάφερε να ξαναγυρίσει μαζί με την μητέρα της και την αδελφή της - η οποία ειρήσθω εν παρόδω αποτέλεσε μόνιμο συμπαραστάτη της στις δύσκολες στιγμές - σε μία κατοικία στην ύπαιθρο όπου θα ξανάβρισκε την χαμένη της ταυτότητα και τον οίστρο της. Δεν είναι τυχαίο πως πολλές σκηνές από τα βιβλία της διαδραματίζονται σε σπίτια της υπαίθρου μέσα στην φύση και μακριά από την βουή των πόλεων που η ίδια απεχθανόταν.


Η ίδια όμως υπήρξε και ένα ανεξάρτητο και φιλελεύθερο πνεύμα που δεν μπόρεσε ποτέ να ενταχθεί στις νόρμες και τους κανόνες που επέβαλλαν οι κοινωνικοί κύκλοι της αυστηρής εποχής της όπου όλοι κρίνονταν από τον διπλανό. Το κουτσομπολιό έδινε και έπαιρνε σε κάθε στιγμή σε τέτοιο βαθμό που η ίδια έκρυβε και τα ίδια της τα έγγραφα από το υπηρετικό προσωπικό για να μην μαθευτεί το ο,τιδήποτε σε σχέση με την "παραβατικότητά" της, δηλαδή την ροπή της προς την λογοτεχνία που αποτελούσε ως επάγγελμα αποκλειστικό προνόμιο των αντρών. Αρνήθηκε να συνάψει γάμο και να ακολουθήσει την μοίρα κοριτσιών συνομήλικων της που υπέκυπταν στις πιέσεις των γονιών τους για γρήγορη αποκατάσταση πολλές φορές με οποιοδήποτε τίμημα για να μην πληγεί η υπόληψή των οικογένειών τους. Αυτό το θέμα θίγει ουκ ολίγες φορές στα μυθιστορήματά της όπου οι ηρωίδες της, θύματα και σκιές του εαυτού τους παρασέρνονται εκούσια σε συμφωνίες με όρους ειδεχθείς για τις ίδιες και όλα αυτά μπροστά στην αυταρχική και απολυταρχική εντολή ενός πατέρα και μίας μητέρας που αποβλέπουν στο οικονομικό τους συμφέρον παραχωρώντας σε κάποιον άγνωστο αλλά οικονομικά εύρωστο την "ευτυχία" της κόρης τους. "Τα "παιδιά" της", όπως συνήθιζε να λέει αναφερόμενη στα πνευματικά της πονήματα, αποτυπώνουν με μία αδιόρατη λεπτή ειρωνεία αλλά και με κριτική ματιά το καυστικό σχόλιο της συγγραφέως στις υπερφίαλες και υποκριτικές δομές μιας παρηκμασμένης κοινωνίας, όπου ο αγώνας κατάκτησης του χρήματος και των αξιωμάτων υποσκέλιζε την προσωπική ολοκλήρωση και ευτυχία" θα επισημάνει ο Αλέξανδρος Κεφαλάς.


Ο κόσμος της Τζέιν Όστεν είναι ένας κόσμος πικρίας αλλά και ικανοποίησης μαζί. Πικρίας γιατί η ίδια έφυγε σε μικρή ηλικία και δεν μπόρεσε μάλιστα να τελειώσει το τελευταίο της μυθιστόρημα "Σάντιτον" αλλά και ικανοποίησης γιατί η ίδια έζησε ελεύθερη και γιατί κατάφερε να αφήσει πίσω της ένα έργο θεσπέσιο μέσα από το οποίο κατανοούμε καλύτερα το κοινωνικό γίγνεσθαι μίας εποχής ανέμελης αλλά και τόσο σκληρής από την άποψη των περιορισμών και των τύπων, της πειθαρχίας και της υπακοής πολλές φορές σε παράλογες απαιτήσεις και προσλαμβάνουσες. Ο Σερ Ουόλτερ Σκοτ έγραψε κάποτε: "Το ξαναδιάβασα τρίτη φορά το Περηφάνια και Προκατάληψη, αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα της δεσποινίδος Τζέιν Όστεν. Αυτή η νέα γυναίκα έχει ένα μοναδικό ταλέντο να περιγράφει τις σχέσεις, τα συναισθήματα και τους χαρακτήρες της καθημερινότητας. Το επιτηδευμένο και στομφώδες ύφος μπορώ και εγώ να το χειριστώ. Όμως δεν είχα την τύχη να έχω το σπάνιο χάρισμα που κάνει τα ασήμαντα και καθημερινά πρόσωπα και πράγματα ενδιαφέροντα χάρη στην ειλικρίνεια της περιγραφής και στα συναισθήματα. Τι κρίμα που ένα τόσο προικισμένο πλάσμα χάθηκε τόσο νωρίς!".

"Το έργο της, βασισμένο στη ρεαλιστική αφήγηση, γεμάτο μεστούς χαρακτήρες και αληθοφανείς καταστάσεις, αποτελεί τον πυλώνα του σύγχρονου ρεαλιστικού κοινωνικού μυθιστορήματος"

ΠΗΓΗ: http://www.culturenow.gr/47039/mia-matia-ston-kosmo-ths-tzein-osten-aleksandros-kefalas-kritikh-vivlioy

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Φτερά Χήνας

Ευχαριστώ θερμά τον ομότεχνο Γιώργο Σαράτση και τον ποιοτικό διαδικτυακό τόπο "Φτερά Χήνας" για τη φιλοξενία τους.

Ραψωδία Ζ, στίχ.466 | Αλέξανδρος Κεφαλάς




Δέκα ολόκληρους μήνες είχε να μάθει νέα του η Ανδρομάχη. Φθινόπωρο του ‘73. Υποχρεωτική στράτευση με διαταγή του ίδιου του Γεώργιου Παπαδόπουλου. Η φοιτητική του αναβολή διεκόπη αιφνίδια τα Χριστούγεννα του ‘72. Το περίμενε… Πάντα πρωτοστατούσε στις φοιτητικές οργανώσεις. Χαρακτηρισμένος αριστερός, τον είχαν συλλάβει κιόλας στην κηδεία του Παπανδρέου. Είχε γυρίσει την πλάτη του στους αστυνομικούς και φώναζε συνθήματα… Πάντα έτσι λειτουργούσε εν θερμώ. Δεν υπολόγιζε κανέναν, δε φοβόταν κανέναν. Αυτό, όμως, ήταν και μέρος της γοητείας του. Γι’ αυτό τον είχε ερωτευτεί, όταν τον πρωτογνώρισε στο Πολυτεχνείο. Ατρόμητος, αντισυμβατικός. Τα σγουρά του τα μαλλιά στο χρώμα του μελιού και τα γαλανά του μάτια δεν την είχαν αφήσει ωστόσο ασυγκίνητη. Οι γονείς της, χουντικοί μέχρι το μεδούλι, δεν τον ήθελαν. Κλέφτηκαν, παντρευτήκαν στα κρυφά. Ακόμα της το κράταγαν μανιάτικο οι δικοί της. Σαν ήρθαν από τη στρατονομία να τον πάρουν, ήταν τριών μηνών έγκυος. Δεν είχε λάβει μήνες γράμμα του, δεν της είχε τηλεφωνήσει, έχασε εν μια νυκτί τα ίχνη του. Στην αρχή νόμιζε πως τον είχαν στείλει στη Λέρο, δεν ήξερε πού να αποταθεί, δεν ήξερε ποιον να πιστέψει. Κόντεψε να τρελαθεί. Από τη θλίψη παρ’ ολίγον να χάσει και το παιδί. Γέννησε μονάχη της τον γιο τους. Η μάνα της ήρθε να της συμπαρασταθεί σαν ήταν λεχώνα. Είχε γλυκάνει με την έλευση του εγγονού. Ο πατέρας της όχι. Δεν την έμελλε, ο καιρός θα τον μαλάκωνε, έπρεπε να έχει υπομονή. Υπομονή… Σάμπως έκανε και τίποτε άλλο δέκα ολόκληρους μήνες;


Το ίδιο πρωί την είχε ειδοποιήσει ένας γείτονας. Κάποιος γνωστός του τον είχε δει στο φρουραρχείο. Πήρε το καρότσι με το μωρό και έφυγε αμέσως για τον σταθμό Λαρίσης. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά δεν την ένοιαζε. Έπρεπε να τον δει. Δεν ήξερε τι θα έκανε σαν έφτανε. Αυτό δεν το είχε σκεφθεί. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να φτάσει. Περπατούσε γρήγορα, σχεδόν έτρεχε. Σαν έφτασε, στάθηκε για λίγο αναποφάσιστη μπροστά από την γκρίζα πρόσοψη του κτηρίου. Και τώρα; Τι; Πώς θα έμπαινε μέσα; Θα την άφηναν; Ίσως να τη λυπόντουσαν βλέποντάς τη με το μωρό. Ναι, θα έμπαινε και ο Θεός βοηθός! Αν την άκουγε ο Έκτορας, θα την κατσάδιαζε… Άθεος, κομμουνιστής σε όλα του. Ενώ ετοιμαζόταν με αποφασιστικότητα να περάσει το πεζοδρόμιο, ξαφνικά σταμάτησε. Ήταν εκείνος; Μπας και τα μάτια της τη γελούσαν; Κοίταξε εξερευνητικά τον στρατιώτη πάνω στη σκοπιά. Ήταν φρεσκοξυρισμένος. Το βαρύ κράνος και η πλήρης εξάρτυση που φόραγε πάλευαν με την εικόνα του γενειοφόρου φοιτητή με τις καμπάνες και τα πέτσινα σακάκια που τόσο καλά ήξερε η Ανδρομάχη. Κι όμως, ήταν εκείνος. Στάθηκε ακίνητη απέναντί του. Περίμενε υπομονετικά να γυρίσει προς το μέρος της. Και μόνο τότε, όταν την είδε δύσπιστα σαν οπτασία, του έγνεψε με λαχτάρα. Σήκωσε ψηλά τον γιο τους. Ένα δάκρυ κύλησε στο ξυρισμένο του μάγουλο. Σαν άλλος Αστυάνακτας, ο μπέμπης άρχισε κι εκείνος να κλαίει στη θέα του τρομερού στρατιώτη.


Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς γεννήθηκε στα Εξάρχεια το 1977. Είναι απόφοιτος του Αμερικάνικου Κολεγίου της Ελλάδας στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης. Στο παρελθόν εργάσθηκε ως επιμελητής έκθεσης σε γκαλερί των Αθηνών, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 2007. Έχει γράψει ιστορικό και σύγχρονο μυθιστόρημα, διηγήματα, ποίηση, παραμύθι. Το 2012 συνεργάσθηκε με το λογοτεχνικό fanzin «Αστυδρόμος». Σήμερα αρθρογραφεί κατά καιρούς στην εφημερίδα «Ο Πολίτης» και είναι υπεύθυνος λογοτεχνικής αξιολόγησης στις εκδόσεις Λέμβος.


[εικόνα: Myron Wood, Stone, 1980 ]


Πηγή : https://fteraxinasmag.wordpress.com/2016/03/31/%CF%81%CE%B1%CF%88%CF%89%CE%B4%CE%AF%CE%B1-%CE%B6-%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%87-466-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CF%82-2/

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

FRAPRESS-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΣ: ΕΝΑΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΔΙΑΒΑΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ...





Θανάσης Ξάνθος
Στην ανατολή μιας ελπιδοφόρας άνοιξης, συναντώ ανθρώπους ιδιαίτερους που κάτι έχουν να σου πουν και να σου δείξουν μέσα από το έργο τους. Λίγο πριν πέσει η νύχτα, τον συναντώ μπροστά στην φωτισμένη Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος και χανόμαστε στα στενά της Ιπποκράτους για να φτάσουμε στα Εξάρχεια. Την συνοικία όπου μεγάλωσε και έζησε, ο Αλέξανδρος Κεφαλάς. Ο ίδιος, μου μίλησε για τις δύο του μεγάλες αγάπες, την Ιστορία της Τέχνης και την λογοτεχνία, που στάθηκαν ικανές για να αλλάξουν την ζωή του προς το καλύτερο. Μοιράστηκε μαζί μου σκέψεις για την Ελλάδα της κρίσης αλλά και στιγμές από την προσωπική του ζωή και την συγγραφική του πορεία.



Περίγραψε μου με λίγα λόγια τον εαυτό σου, συστήνοντας σε στο αναγνωστικό κοινό.


Ο Αλέξανδρος είναι ένας γραφιάς που ζει στο κέντρο κι αγαπά παράλληλα την τέχνη. Έχω κάνει σπουδές πάνω στην Ιστορία της Τέχνης και τη συντήρηση έργων τέχνης. Ξεκίνησα να γράφω από το 2005, πριν από δέκα περίπου χρόνια και το 2007 εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα κι έκτοτε έχουν ακολουθήσει διάφορες άλλες και ποικίλες εκδόσεις (ποίηση, διήγημα, ιστορικό μυθιστόρημα, κλπ). Δούλευα για χρόνια στον χώρο της τέχνης, συνεργαζόμουν με κάποιες αίθουσες τέχνης, υπήρξα κι ακόμα είμαι καθηγητής σ’ ένα ΙΕΚ διδάσκοντας Ιστορία Τέχνης και μουσειολογία. Τον τελευταίο επίσης καιρό συνεργάζομαι με τις εκδόσεις Λέμβος, στο τμήμα της λογοτεχνικής αξιολόγησης.



Τι είναι αυτό που σε ώθησε να επιλέξεις την λογοτεχνία ως μέσο για να εκφραστείς;


Η λογοτεχνία μπήκε στη ζωή μου, όταν ήμουν στο τελευταίο έτος των σπουδών μου στο κολέγιο. Όπως αναφέρω συχνά όμως, θεωρώ πως η συγγραφή με βρήκε, όντας εγώ ένας καλός αναγνώστης που διάβαζα και διαβάζω πολύ. Τότε λοιπόν προέκυψε μία ανάγκη να γράψω κάτι για μένα κι όχι επειδή μου το επέβαλλαν. Ήταν ένα είδος επανάστασης. Η λογοτεχνία και κατ’ επέκταση η συγγραφή, ήταν και είναι μια δημιουργική διέξοδος. Μου αρέσει πολύ και δεν μου την επιβάλλει κάποιος. Προέκυψε μάλλον ως φυσική συνέχεια και σπουδή των διαβασμάτων μου.


Ποια πράγματα αποτελούν κάθε φορά πηγή έμπνευσης σου και κατά πόσο αυτά επηρεάζουν την προσωπική σου ζωή;


Το γεγονός ότι έχω γράψει διαφορετικά πράγματα, προκύπτει και από τις διαφορετικές φάσεις της ζωής μου. Πολλοί ομότεχνοι με ρωτούν πώς μπορώ κι εξερευνώ διαφορετικά μεταξύ τους είδη. Για να γράψω ένα μυθιστόρημα που αφορά το παρόν, εμπνέομαι από τα γεγονότα του σήμερα, την καθημερινότητα και τις πτυχές της εποχής μας, ενώ όταν θέλω να γράψω ένα ιστορικό βιβλίο που αφορά, ας πούμε την Μ. Ασία, ανατρέχω στο παρελθόν που ως Ιστορικός Τέχνης έχω μελετήσει και ξέρω πως να το χειριστώ. Τα διαφορετικά θέματα με τα οποία καταπιάνομαι λοιπόν είναι δείγματα της ψυχοσύνθεσης και των αναζητήσεων της εκάστοτε φάσης που περνώ. Σίγουρα όλα μου τα βιβλία είναι ανθρωποκεντρικά. Πυρήνας είναι ο άνθρωπος και με βάση αυτόν δημιουργώ τις ιστορίες μου είτε αυτές έχουν να κάνουν με το παρελθόν είτε με το παρόν.




Οι ιστορίες των σύγχρονων διηγημάτων σου είναι γεμάτες ανθρωπιά, συναίσθημα και περνούν μηνύματα που συνάδουν άρρηκτα με την εποχή μας. Πώς θα χαρακτήριζες τους ήρωες των βιβλίων σου;


Οι ήρωες μου είναι άνθρωποι με πάθη. Άλλοι τα αποδέχονται και προσπαθούν να ζήσουν με αυτά και άλλοι τα κρύβουν καλά ή αυτό τουλάχιστον πιστεύουν. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι το φαίνεσθαι αλλά το είναι, η ουσία των πραγμάτων κι ας είναι ενίοτε σκληρή ή κυνική. Άλλωστε τα πάθη και οι αδυναμίες έχουν περισσότερο ενδιαφέρον σ’ έναν άνθρωπο δε νομίζεις;





Κρατάω στα χέρια μου το τελευταίο σου βιβλίο με τίτλο ‘’ Νυχτερινός Διαβάτης’’. Γιατί αξίζει να διαβάσει κάποιος αυτό το βιβλίο;


Θεωρώ πως το βιβλίο αυτό, είναι ένα παράθυρο στην κοινωνία του σήμερα. Οι αφηγήσεις του, επειδή έχουν να κάνουν με διάφορες κοινωνικές τάξεις, φωτίζουν κάποιες πτυχές της νεοελληνικής κοινωνίας του σήμερα. Αν αξίζει κάτι σ’ αυτή τη συλλογή είναι σίγουρα η αλήθεια της.


Είσαι ένας άνθρωπος που μέσα στις ιστορίες σου κάνεις αναφορές και στην πόλη. Τι είναι αυτό που εσύ ο ίδιος αγαπάς στην Αθήνα και δε θα άλλαζες με τίποτα;


Η Αθήνα είναι μία πόλη που με το πέρασμα των χρόνων, σίγουρα έχει αλλάξει. Αυτό που μου αρέσει τώρα στην πρωτεύουσα όπως έχει διαμορφωθεί, είναι η ποικιλομορφία που διατηρεί και θα ήθελα να συνεχίσει να διατηρεί. Ακόμη και το κέντρο της, που τα τελευταία χρόνια έχει παρακμάσει, κρύβει ομορφιές και είναι ζωντανό. Έχει πολλά πράγματα να δεις και να κάνεις που ποτέ δεν βαριέσαι. Κάθε γωνιά της είναι γεμάτη ιστορίες που περιμένουν κάποιον να τις διηγηθεί.




Πώς περνά ο Αλέξανδρος την καθημερινότητα του;


Στην καθημερινότητα μου ασχολούμαι ιδιαίτερα με τη λογοτεχνία, είτε γράφοντας, είτε διαβάζοντας. Επίσης, αγαπώ πολύ τη μουσική, μελετώ κατά καιρούς στο σπινέτο μου και λατρεύω τον κινηματογράφο και το θέατρο. Προσπαθώ να βλέπω όσο περισσότερα πράγματα μπορώ και μου το επιτρέπει ο χρόνος και οι υποχρεώσεις μου. Απολαμβάνω επίσης το καλό φαγητό και δε χάνω ευκαιρία να επισκεφθώ αγαπημένα στέκια του κέντρου.







Αν σου έλεγα να βάλεις έναν τίτλο στην εποχή που ζούμε, ποιος θα ήταν αυτός;

Η εποχή την οποία διανύουμε σίγουρα, από ιστορικής πλευράς, ονομάζεται μεταπολιτευτική, καθώς βρισκόμαστε στο τέλος της μεταπολίτευσης (ξύπνησε ο ιστορικός μέσα μου). Επίσης, στην εποχή μας δεν υπάρχουν κυρίαρχες τάσεις, σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, που υπήρχε ομοιομορφία στη μόδα, τη μουσική κ.ο.κ. Γι’ αυτό τον λόγο δεν είναι εύκολο να κατηγοριοποιήσω την εποχή μας και να της δώσω έναν τίτλο, άσε που δε αρέσκομαι ιδιαίτερα στις ταμπέλες.



Πώς θα χαρακτήριζες τη νέα γενιά, στην Ελλάδα της ‘’κρίσης’’;


Η νέα γενιά είναι πιο συνειδητοποιημένη από τη δική μου, πράγμα αξιοθαύμαστο. Από πολύ μικρή ηλικία, ανακαλύπτουν τα ταλέντα τους, κυνηγούν τα όνειρα τους και αφιερώνουν χρόνο και προσπάθεια σε αυτά. Είναι μία γενιά, θέλω να πιστεύω, με περισσότερες ευκαιρίες πνευματικής καλλιέργειας (παρά τα σκουπίδια με τα οποία κατακλύζεται), ίσως όμως δεν εμβαθύνει όσο θα έπρεπε στις ποικίλες γνώσεις που λαμβάνει. Τελικώς, είναι μία πιο ψαγμένη γενιά, εναλλακτική, με λιγότερα στερεότυπα απ’ ότι οι προηγούμενες. Η γενιά αυτή έχει θράσος και διεκδικεί ενώ η δική μας ήταν πιο καλομαθημένη και βολεμένη είναι η αλήθεια…


Τι σημαίνουν για εσένα οι δύο σου μεγάλες αγάπες; Η Ιστορία της Τέχνης και η λογοτεχνία;


Οι σπουδές ήταν το εφαλτήριο για να γνωρίσω την δημιουργία σε θεωρητικό κυρίως επίπεδο. Ήταν και είναι ένα σημαντικό κομμάτι στη ζωή μου. Η λογοτεχνία από την άλλη, είναι ο προορισμός μου. Είναι αυτό που με γεμίζει και δεν μπορώ με τίποτα να το εγκαταλείψω παρά τις αντίξοες συνθήκες και τα θέματα που έχει ο χώρος της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής.


Ευχαριστούμε πολύ το υπέροχο βιβλιοπωλείο «ο Πολίτης» (Μαυρομιχάλη 84 & Καλλιδρομίου) για την φιλοξενία της συνέντευξης.




Φωτογραφίες: Δημήτρης Ζαρκάδας


ΠΗΓΗ:http://frapress.gr/2016/03/alexandros-kefalas-enas-nichterinos-diavatis-exomologite/

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Saltarello Macabre



Μια λογοτεχνική μονοκοντυλιά για τα 400 χρόνια από την πρώτη έκδοση του "Δον Κιχώτη." Ευχαριστώ τοβιβλίο.net για τη διαδικτυακή του φιλοξενία.



Τα πάντα γύρω του περιστρέφονταν σε μια ζοφερή δίνη μετά την τιτάνια αναμέτρηση με τους Γίγαντες. Όχι Γίγαντες! φώναζε ο Σάνσο Πάντσο, ο ιπποκόμος. Ανεμόμυλοι ήταν, έλεγε, οι θεόρατοι εκείνοι πολεμιστές. Τι ήξερε όμως αυτός, ένας αφελής χωρικός, από ιππότες και μάχες; Ανοιγόκλεινε πεσμένος στο υγρό χορτάρι τα μάτια του. Μικρες φωτεινές αχτίδες χόρευαν γύρω του ένα ατέρμονο σαλταρέλλο. Κι εκεί, ανάμεσα στις σκιές, τους είδε να εκτελούν τον μακάβριο χορό τους. Δεν ήταν άνθρωποι... Σκέλεθρα σαρκωμένα, με τα σάπια μέλη τους να αιωρούνται και τις κακοφορμισμένες τους πληγές να χάσκουν σε κάθε στροφή, σε κάθε πήδο και ρεβεράντζα. Έκλεισε τα μάτια. Η εικόνα της ντελικάτης Δουλσινέλας καθισμένη στο βιρτζινάλε[1] πήδηξε από τον λαβύρινθο του μυαλού του ολοκάθαρη. Του τραγουδούσε γλυκά, τείνοντάς του παράλληλα τα αλαβάστρινα ακροδάχτυλά της. Τα άγγιξε με αβρότητα, μα δεν ένιωσε τη θέρμη της σάρκας, μονάχα την κρυάδα του θανάτου...


Saltarello Macabre: Μακάβριο σαλταρέλο.

Saltarello: είδος ιταλικού χορού του 15ου αιώνα, με χαρακτηριστική φιγούρα το πήδημα (salto).

[1] Είδος μικρού πληκτροφόρου οργάνου, πρόγονος του αρπίχορδου.



ΠΗΓΗ: http://tovivlio.net/saltarello-macabre/

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Ἀλέξανδρος Κεφαλᾶς: Ἀποχαιρετισμός


Kefalas,Aleksandros-Apochairetismos-Eikona-02

Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός



01-ThitaΚΟΣΜΟΣ ΕΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ δει­λὰ-δει­λὰ νὰ συγ­κεν­τρώ­νε­ται στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Πρω­ὶ σὲ κά­ποι­ον ἐ­παρ­χια­κὸ να­ό. Ἡ ἔκ­θε­ση τῆς σο­ροῦ, κα­τὰ τὸ μα­κά­βριο συ­νή­θει­ο τῶν μι­κρῶν κοι­νω­νι­ῶν, εἶ­χε ξε­κι­νή­σει μιὰ ὥ­ρα πρὶν τὴ νε­κρώ­σι­μο ἀ­κο­λου­θί­α. Ἐ­κεί­νη κεί­τον­ταν μέ­σα στὴν κά­σα στὸ κέν­τρο κά­τω ἀ­πὸ τὸν με­γά­λο κρυ­στάλ­λι­νο πο­λυ­έ­λαι­ο. Τὸ σά­βα­νο, τὰ ἄν­θη, ὅ­λα εὐ­τά­κτως ἐρ­ρι­μέ­να γύ­ρω της, ὕ­στα­τη πα­ρά­στα­ση στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ὑ­πό­στα­ση πρὶν ἀ­πὸ τὴν τε­λι­κὴ αὐ­λαί­α. Οἱ στε­νοὶ συγ­γε­νεῖς, πρό­σω­πα πα­ρα­μορ­φω­μέ­να σὰν γοτ­θι­κὰ ἀ­κρο­κέ­ρα­μα, ἀ­πέ­ναν­τι πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νοι· μά­ζα ὁ­μοι­ό­μορ­φη ἀ­π’ τὸν πό­νο, πα­ρα­δο­μέ­νη στὴ θλί­ψη. «Τί φτιά­νεις; Μὲ θυ­μᾶ­σαι; Βρὲ πῶς ἄλ­λα­ξες; Δὲ θὰ σὲ γνώ­ρι­ζα, κα­η­μέ­νε…» ψι­θύ­ρι­ζε τὸ λοι­πὸ συγ­γε­νο­λό­ι κα­θι­σμέ­νο σὲ πη­γα­δά­κια, ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νο, συ­ναγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ πέ­ρα­τα γιὰ τὸ θλι­βε­ρό τὸ χρέ­ος. Προ­σπα­θοῦ­σαν μὲ λύσ­σα μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτὰ νὰ ἀ­να­πλη­ρώ­σουν τὰ χρό­νια ποὺ κύ­λη­σαν δί­χως νὰ τοὺς ρω­τή­σουν… Οἱ συ­στά­σεις με­τα­ξύ τῶν ἄ­γνω­στων συγ­γε­νῶν ἔ­παιρ­ναν κι ἔ­δι­ναν. Χαρ­μο­λύ­πη· λύ­πη γιὰ τὴν ἀ­πώ­λεια, χα­ρὰ γιὰ τὴ συ­νεύ­ρε­ση, ὑ­πεν­θύ­μι­ση τῆς θνη­τῆς τους φύ­σης. Τὰ νε­ό­τε­ρα μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ἔ­βγα­ζαν μὲ τὰ ὑ­περ­σύγ­χρο­να κι­νη­τά τους «ἀ­να­μνη­στι­κὲς» φω­το­γρα­φί­ες τῆς νε­κρῆς καὶ κα­τευ­θύ­νον­ταν βι­α­στι­κὰ πρὸς τὸ προ­αύ­λιο γιὰ νὰ κα­πνί­σουν. Η post mortem βι­κτω­ρια­νὴ πα­ρά­δο­ση ἀ­να­βί­ω­νε χά­ριν τῆς τε­χνο­λο­γί­ας τοῦ εἰ­κο­στοῦ πρώ­του αἰ­ώ­να…
       Μιὰ φι­γού­ρα σκε­βρω­μέ­νη δι­ά­βη­κε ἀ­νά­με­σά τους σι­ω­πη­λή. Λί­γοι τὴν πα­ρα­τή­ρη­σαν, λι­γό­τε­ροι τῆς ἔ­δω­σαν ση­μα­σί­α. Πλη­σί­α­σε τὸ ἀ­νοι­χτὸ φέ­ρε­τρο, σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε μὲ εὐ­λά­βεια καὶ προ­σκύ­νη­σε τὸν «ἐ­πι­τά­φιο» τρεῖς φο­ρές. Ἔ­κο­ψε ἔ­πει­τα μὲ δυ­σκο­λί­α, μὲ στρε­βλω­μέ­να δά­χτυ­λα ἀ­πὸ ἀρ­θρι­τι­κά, τὰ λευ­κὰ ἄν­θη ἀ­πὸ τὰ χρυ­σάν­θε­μα καὶ τὰ γα­ρύ­φαλ­λα ποὺ εἶ­χε φέ­ρει μα­ζί της καὶ τὴν ἔρ­ρα­νε. Φί­λη­σε τὸ μέ­τω­πο χω­ρὶς νὰ αἰ­σθαν­θεῖ τὴν κρυά­δα τοῦ θα­νά­του. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια στά­θη­κε γιὰ λί­γο πρὶν ἀ­πο­χω­ρή­σει κου­νών­τας τὰ σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια της τρυ­φε­ρά.
       «Ἄν­τε… ἄν­τε… σύ­ρε, Βα­σι­λι­κού­λα μου…» εἶ­πε σι­γα­λὰ κι ἔ­φυ­γε βου­βή.
       Δὲν ἦ­ταν συγ­γε­νὴς μή­τε γει­τό­νισ­σα, φί­λη παι­δι­κὴ ἦ­ταν…

Bonsai-03c-GiaIstologio-04
ΠΗΓΗ:https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2016/01/28/aleksandros-kefalas-apochairetismos/

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Η Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα συνομιλεί με τον συγγραφέα Αλέξανδρο Κεφαλά



Αλέξανδρος Κεφαλάς, Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα




Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς είναι ένας νέος άνθρωπος σχεδόν ιδιαζόντως μοντέρνος, μα παράλληλα «παλαιάς κοπής». Έχει καταφέρει να συνδυάσει δύο διαφορετικά προφίλ. Εκείνο του αντικομφορμιστή αντάρτη, που εξεγείρεται έναντι κάθε κοινωνικής αδικίας και ρατσιστικής διάκρισης, μαζί με εκείνο του αβρού, στυλάτου bon viveur.


Πνεύμα ανήσυχο, με βαθιές κοινωνικές αναζητήσεις, ιδιαιτέρως ευαίσθητος μα παράλληλα τόσο σταθερά δυναμικός. Τον Αλέξανδρο τον χαρακτηρίζει η ευγένεια και η εξαιρετική αίσθηση του savoir vivre, ασχέτως εάν ηθελημένα το αγνοεί κατά καιρούς. Τα γραπτά του ταλαντεύονται ανάμεσα στον ρομαντισμό και την ωμή, αφτιασίδωτη πραγματικότητα. Αγαπά άκρα αντίθετα, είναι άκρα αντίθετα. Με τον Αλέξανδρο θα μπορούσε κάποιος να απολαύσει ένα εξαιρετικό δείπνο υπό το φως των κεριών, πίνοντας ένα πανάκριβο πόρτο και αναλύοντας την ιστορία της τέχνης. Τον Αλέξανδρο θα μπορούσε επίσης κάποιος να τον δει ζωσμένο με πανό και ντουντούκες, να διαδηλώνει υπέρ του συμφώνου συμβίωσης, περπατώντας αγόγγυστα για πολλά χιλιόμετρα.


Αυτό που αγάπησα στον Αλέξανδρο και αποφάσισα να τον συμπεριλάβω στου Όμορφους Ανθρώπους μου, είναι το θάρρος του και η ευγένειά του. Έχει γνώμη και άποψη και πάντα εκφράζεται ανοιχτά, ακόμα και εάν αυτό μπορεί να του κοστίσει. Καταπιάνεται με εκ διαμέτρου αντίθετα θέματα και τα καταφέρνει μια χαρά. Και πάνω απ ‘όλα, τηρεί τις ισορροπίες, σαν σωστός gentleman.


Είναι χαρά μου που σήμερα σας παρουσιάζω έναν νέο, πολλά υποσχόμενο, Όμορφο Άνθρωπο. Καλωσορίζω τον Αλέξανδρο Κεφαλά στις σελίδες του βιβλίου μας και τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως τόσο για την φιλική του διάθεση όσο και για την προθυμία του.


Σπούδασες Ιστορία της Τέχνης. Τί ήταν αυτό που σε ώθησε σε αυτό το αντικείμενο;


Ανέκαθεν λάτρευα την ιστορία και εν γένει οτιδήποτε έχει σχέση με το παρελθόν. Το πρώτο μου δίπλωμα ήταν πάνω στη Συντήρηση Έργων Τέχνης & Αρχαιοτήτων αλλά φύση κυρίως θεωρητική ως είμαι αποφάσισα μετά το στρατιωτικό μου να συνεχίσω τις σπουδές μου πάνω στην Ιστορία της Τέχνης. Πιστεύω πως ασυνείδητα στην απόφαση αυτή επέδρασε η διαρκής αναζήτηση του κάλλους σε όλες τις εκφάνσεις του και δη στην τέχνη, που από μικρή ηλικία με ‘έτρωγε’. Είμαι ευαίσθητος στο ‘ωραίο’ σε οποιαδήποτε μορφή το συναντώ, συνεπώς ο χώρος της τέχνης δε θα μπορούσε να με αφήσει ασυγκίνητο. Άλλωστε πάντα πρέσβευα πως οι σπουδές είναι θέμα καθαρά προσωπικού ‘βίτσιου’ και δεν πρέπει να έχουν μόνο σχέση με την επαγγελματική μας αποκατάσταση.


Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σου με την συγγραφή;



Όντας στο τελευταίο έτος του κολεγίου κι ενώ είχα να παραδώσω ένα πλήθος εργασιών άρχισα, ίσως και από αντίδραση, να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα εποχής («Η Αγγλίδα Κυρία» εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ). Κοιτάζοντας πίσω μετά από τόσα χρόνια δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα τι ήταν εκείνο που με ώθησε στη συγγραφή. Ποτέ μου δεν ανήκα σε κάποια λογοτεχνική λέσχη και ουδέποτε παρακολούθησα τα λεγόμενα ‘σεμινάρια δημιουργικής γραφής’ που έχουν γίνει τελευταία του συρμού. Ήμουν και θέλω να πιστεύω πως ακόμα είμαι δεινός αναγνώστης – τότε κυρίως της ευρωπαϊκής κλασσικής λογοτεχνίας, εξ ου και η θεματογραφία αλλά και το ύφος του πρώτου μου πονήματος ήταν επηρεασμένα απ’ αυτήν. Η συγγραφή προέκυψε τελείως φυσικά, σα μια συνέχεια των αναγνωσμάτων μου. Υποδόρια σίγουρα υπήρξε κάποια εσωτερική ανάγκη έκφρασης κι επικοινωνίας, καθώς τότε ήμουν πιο εσωστρεφής και κλειστός, συνεπώς με τη συγγραφή ανακάλυψα έναν απελευθερωτικό κώδικα επαφής τόσο με τον ψυχισμό μου όσο και με τον ‘έξω’ κόσμο.


Τα θέματά σου είναι κατά κύριο λόγο ανθρωποκεντρικά. Τί είναι αυτό που σε ιντριγκάρει για να ασχοληθείς μαζί τους και να γράψεις; Τί σε εμπνέει περισσότερο;



Δε θα μπορούσαν να είναι κάτι άλλο… Είμαι θιασώτης του κοινωνικού ρεαλισμού. Δεν μπορώ να ταυτιστώ με οτιδήποτε εξωπραγματικό. Ok, η λογοτεχνία αποτελείται σε μεγάλο ποσοστό από μυθοπλασία, αλλά προτιμώ το είδος εκείνο που δεν στερείται ρεαλιστικής βάσης. Ο άνθρωπος αλλά και το περιβάλλον του με απασχολούν πάντα είτε καταπιάνομαι με το ιστορικό είτε με το σύγχρονο μυθιστόρημα/διήγημα/ποίημα. Μέσα από την παρατήρηση και την καταγραφή, το ‘μασκάρεμα’ της αλήθειας σε ιστορίες, προσπαθώ να ανακαλύψω τα κίνητρα και να αποκωδικοποιήσω τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος κι όχι συνήθως όσα αυτός πρεσβεύει, αλλά κυρίως τα όσα κρύβει. Ως αντικείμενο, άλλωστε, για όλες τις τέχνες είναι πηγή ανεξάντλητη, κι ας φαίνεται εκ πρώτης όψεως κοινότυπη. Ζούμε σε κοινωνίες, οι διαπροσωπικές σχέσεις καλύπτουν μεγάλο μέρος της ζωής μας, κι αυτό που πιστεύω πως θα μείνει σε έναν μελλοντικό μελετητή της λογοτεχνίας είναι η αποτύπωση της δικής μας αλήθειας όπως τη ζούμε εδώ και τώρα.


Τί είδους λογοτεχνία αγαπάς περισσότερο και γιατί; Ονόμασέ μας κάποιους αγαπημένους σου συγγραφείς και αιτιολόγησέ μας την προτίμησή σου.

Όπως προείπα, μου αρέσει ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία και ιδίως οι συγγραφείς που με μαεστρία ξεδιπλώνουν τις πτυχές των ηρώων τους και το πώς αυτοί κινούνται στον πραγματικό χωροχρόνο της κάθε ιστορίας. Το ψυχογράφημα αλλά και η συσχέτιση ήρωα/περιβάλλοντος στην αφήγηση είναι μείζονος σημασίας για μένα. Γι’ αυτόν το λόγο ταυτίζομαι περισσότερο με τα έργα από την κλασσική ευρωπαϊκή λογοτεχνία, της Όστεν, του Μπαλζάκ, της Γκάσκελ, του Χένρι Τζέιμς, του Φόρστερ και τόσων άλλων, ενώ από τη δική μας νεοελληνική λογοτεχνία (με όλες τις ‘γενιές’ της) ξεχωρίζω το έργο του Καραγάτση, του Χατζή, του Ταχτσή, του Κουμανταρέα και τόσων άλλων που για λόγους συντομίας παραλείπω. Αυτές οι ερωτήσεις για τις λογοτεχνικές προτιμήσεις νομίζω πως φέρνουν πάντα σε δύσκολη θέση έναν συγγραφέα, καθώς υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να ξεχάσει αγαπημένους ‘γραφιάδες’ που θαυμάζει και επιδρούν καταλυτικά στο έργο του. Είμαι σίγουρος πως έχω κάνει το ίδιο…









Πιστεύεις πως η ελληνική βασική παιδεία, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί αυτή σήμερα, προάγει την αγάπη για τις τέχνες και τον πολιτισμό;


Εννοείται πως όχι και λυπάμαι αν είμαι κατηγορηματικός. Από τα δικά μου σχολικά χρόνια μέχρι και σήμερα οι αποτυχημένες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις δυστυχώς ακόμα δίνουν έμφαση στη στείρα απομνημόνευση σε βάρος της κριτικής σκέψης και στις εξειδικευμένες γνώσεις με μοναδικό στόχο την επαγγελματική αποκατάσταση . Αυτό φυσικά συμβαίνει και σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Έχουμε εγγράμματους χωρίς καμία πνευματική καλλιέργεια ή γνώση γύρω από τη λογοτεχνία, τη μουσική, το θέατρο κι εν γένει τις εικαστικές τέχνες. Δε διδασκόμαστε αρκούντως στα σχολειά μας για τη δική μας μακραίωνη καλλιτεχνική ιστορία και τους εκπροσώπους της .Η ανάπτυξη του καλλιτεχνικού αισθητηρίου είναι καθαρά θέμα προσωπικής αναζήτησης στη χώρα μας. Και είναι κρίμα, γιατί λόγω ιστορίας θα έπρεπε να είναι στον πυρήνα της παιδείας μας…


Ποια είναι η γνώμη σου για τους σημερινούς νέους συγγραφείς των ελληνικών γραμμάτων; Πιστεύεις ότι έχουμε αξιόλογες δουλειές που προσθέτουν στην πνευματική καλλιέργεια των αναγνωστών;


Όσο στερεότυπο κι αν ακούγεται, όπως κάθε κρίση έτσι και η δική μας ευνοεί τη δημιουργία. Υπάρχουν αρκετοί ομότεχνοι που αξίζει να διαβαστούν, γιατί έχουν μια ιδιαίτερη οπτική για τα πράγματα. Δε θα μπω στη διαδικασία να ξεχωρίσω ή να κατονομάσω συναδέλφους, γιατί πολύ φοβάμαι πως κάποιον θα αδικήσω. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει κόσμος που γράφει (κι αναφέρομαι στη σοβαρή λογοτεχνία και όχι στη ροζ παραφιλολογία και τα ευπώλητα βιβλία παραλίας) και αρκετοί εξ αυτών γράφουν καλά. Στα χέρια μου μάλιστα κατά καιρούς φτάνουν χειρόγραφα νέων επίδοξων συγγραφέων που αξίζουν να διαβαστούν. Το κακό είναι ότι λόγω των χαλεπών καιρών οι εκδοτικοί έχουν γίνει υπέρ το δέον επιλεκτικοί και δε δίνουν πάντα βήμα σε νέους ανθρώπους, αν δεν έχουν και τις κατάλληλες πάντα δημόσιες σχέσεις (γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε) και θα σταματήσω εδώ… Λογοτεχνικά σημεία και τέρατα των καιρών μας, δυστυχώς. Δε γνωρίζω πώς θα χαρακτηριστεί η γενιά μας στο μέλλον (μεταπολιτευτική ίσως;) πάντως σίγουρα έχει να επιδείξει αξιόλογες φωνές.


Ποια η γνώμη σου για τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής; Πώς αισθάνεσαι για τα e-books;


Για τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής οι απόψεις διίστανται και εν Ελλάδι ακόμα δε με έχουν κερδίσει για τον εξής λόγο: δε γίνονται συστηματοποιημένα όπως στο εξωτερικό τις τελευταίες δεκαετίες. Συμπεριφερόμαστε λες και τα ανακαλύψαμε ξαφνικά και προσπαθούμε ακόμα να ‘οργανωθούμε’ και να δούμε τι ‘παίζει’ με αυτό το φαινόμενο… Για παράδειγμα, διοργανώνονται από διάφορους φορείς επίσημους και μη (από λέσχες ανάγνωσης και βιβλιοπωλεία μέχρι ιδιωτικές σχολές και εκπαιδευτήρια), δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα (επαφίεται η διδακτέα ύλη και η προσέγγιση στον εκάστοτε οργανωτή/διδάσκοντα), τέλος οι διδάσκοντες προέρχονται κυριολεκτικά από παντού (από καταξιωμένους λογοτέχνες με πολλές εκδόσεις και πανεπιστημιακούς θεωρητικούς μέχρι απλούς φιλολόγους και πρωτοεμφανιζόμενους του ενός βιβλίου κοκ). Αν η δημιουργική γραφή πρέπει να ‘διδαχθεί’, ας την αντιμετωπίσουμε ως επιστήμη κι όχι ερασιτεχνικά όπως συμβαίνει. Επίσης δεν πρέπει να ‘πουλάμε’ φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Όποιος παρακολουθεί τα σεμινάρια αυτά δε σημαίνει πως θα γίνει συγγραφέας, πόσω μάλλον καλός. Όπως τα εργαστήρια Καλών Τεχνών και τα ωδεία δίνουν τις κατευθυντήριες γραμμές και ‘ξεκλειδώνουν’ το ταλέντο, την έφεση, εάν υπάρχουν, το ίδιο συμβαίνει ή πρέπει να συμβαίνει και με αυτά τα σεμινάρια. Κι εγώ ασχολήθηκα χρόνια με τη μουσική, δεν είχα όμως την αξίωση να γίνω βιρτουόζος σολίστας, ήξερα τους περιορισμούς μου.



Όσον αφορά τα e-books δε θα είμαι αντικειμενικός, γιατί ακόμα δε με αφορούν. Είμαι παραδοσιακός στην ανάγνωση… Θέλω να αισθάνομαι τις σελίδες, το βάρος των τυπογραφικών στοιχείων στα χέρια μου. Δεν είμαι και πολύ της τεχνολογίας και της ψηφιακής εποχής, φοβάμαι. Φυσικά, η επιλογή για όποιον αρέσκεται σε αυτό το είδος της σύγχρονης ανάγνωσης θα πρέπει να υπάρχει, δεν το συζητώ.


Θα ξεχώριζες κάποιο από τα έργα σου και γιατί; Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια;


Δύσκολη ερώτηση… Κάθε δημιουργός αγαπά εξίσου όλα του τα δημιουργήματα,


καθώς αυτά αναφέρονται σε συγκεκριμένες φάσεις κι αναζητήσεις της καλλιτεχνικής του πορείας που τον έκαναν αυτό που είναι. Δεν μπορεί εύκολα να ξεχωρίσει ή να απορρίψει κάποια, κι ας το κάνει ενίοτε (βλέπε τα Αποκηρυγμένα του Καβάφη). Εντούτοις ιδιαίτερη θέση, καθώς λογοτεχνικά τα θεωρώ και τα πιο ώριμα, κατέχουν τα δύο τελευταία μου βιβλία. Το «Γλυκό Κυδώνι», εκδόσεις Τσουκάτου, που έχει να κάνει με το Αϊβαλί γιατί εξιστορεί την αληθινή ιστορία ανθρώπων μου αγαπημένων και αποτελεί για μένα έναν φόρο τιμής και μνήμης που έπρεπε δια της γραφίδας μου ν’ αποδώσω, και το «Νυχτερινός Διαβάτης», εκδόσεις Λέμβος, γιατί στις δέκα του σύγχρονες αφηγήσεις ο αναγνώστης μπορεί να συνθέσει το ψηφιδωτό μιας κοινωνίας την οποία ξέρει, αγαπά ή 

,
μισεί αλλά σίγουρα δεν μπορεί ν’ αποφύγει καθώς είναι αληθινή. Αυτήν την περίοδο ολοκλήρωσα και ‘χτενίζω’ μια δεύτερη συλλογή 32 μικρών και μεγάλων διηγημάτων και ‘έπιασα’ εκ νέου ένα μυθιστόρημα που είχα ξεκινήσει πριν από δύο χρόνια. Μες στο 2016 θα επανεκδοθεί αναθεωρημένο από τις εκδόσεις Λέμβος κι ένα παλιότερό μου μυθιστόρημα. Δεν έχω παράπονο, είμαι συγγραφικά απασχολημένος για τα επόμενα χρόνια…





Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς γεννήθηκε στα Εξάρχεια το 1977. Είναι απόφοιτος του Αμερικάνικου Κολεγίου της Ελλάδας στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης. Στο παρελθόν εργάσθηκε ως επιμελητής έκθεσης σε γκαλερί των Αθηνών, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της ιστορίας της τέχνης. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 2007. Έχει γράψει ιστορικό και σύγχρονο μυθιστόρημα, διηγήματα, ποίηση, παραμύθι. Το 2012 συνεργάσθηκε με το λογοτεχνικό fanzin "Αστυδρόμος". Σήμερα είναι υπεύθυνος λογοτεχνικής αξιολόγησης στις εκδόσεις Λέμβος.


Βιβλία του συγγραφέα:

1. Η Αγγλίδα Κυρία , 2007, εκδόσεις Διόπτρα

2. Επικίνδυνες Συνδέσεις , 2011, εκδόσεις Άπαρσις

3. Ιερό Πάθος, 2013, εκδόσεις Άπαρσις

4. Άπολις, 2013, εκδόσεις Οδός Πανός

5. Γλυκό Κυδώνι, 2013, εκδόσεις Τσουκάτου

6. Τα ποιήματα του 2013, συλλογικό-Ανθολογία, 2014, εκδόσεις των (δε)κάτων,

7. Νυχτερινός Διαβάτης-Δέκα Αστικές Αφηγήσεις, 2014, εκδόσεις Λέμβος

8. Μια ματιά στον κόσμο της Τζέιν Όστεν, Σειρά Μικρά Βιογραφικά, 2015, εκδόσεις Λέμβος

9. Μια ματιά στον κόσμο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Σειρά Μικρά Βιογραφικά, 2015, εκδόσεις Λέμβος]


Πηγή: http://tovivlio.net/%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%AF%CF%83%CF%83%CE%B1-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B5-4/

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Ένας πορτοκαλί φάκελος στον Μωβ Σκίουρο...


ΟΜΙΛΙΑ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Πορτοκαλί Φάκελος του  Βαγγέλη Σωτήρη, εκδόσεις Λέμβος, 2015


Καλησπέρα σας, μην ανησυχείτε δε θα σας κουράσω πολύ, είμαι θιασώτης των σύντομων ομιλιών. Όλα ξεκίνησαν στις 11 Φεβρουαρίου του 2015 όταν έλαβα με μαιλ το χειρόγραφο του Βαγγέλη Σωτήρη με τον τίτλο ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΦΑΚΕΛΟΣ. Στο ίδιο μαιλ ο άγνωστος νεαρός επίδοξος συγγραφέας με πληροφορούσε πως πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων και ανάμεσα σε άλλα έγραφε πως με ενδιαφέρον είχε διαβάσει την τελευταία δική μου συλλογή (πράγμα που φυσικά λειτούργησε υπέρ του/αστειεύομαι). Με τις εκδόσεις Λέμβος του Δημήτρη Τσουκάτου μετρούσαμε ήδη ένα χρόνο γόνιμης συνεργασίας και μου είχε πρόσφατα ανατεθεί ο ρόλος του Αναγνώστη, του υπεύθυνου λογοτεχνικής αξιολόγησης δλδ. Το χειρόγραφο του Βαγγέλη ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή και δεν είναι τυχαίο πως το διάβασα σχεδόν μονορούφι. Η αξιολόγηση μια διαδικασία συνήθως χρονοβόρα στην περίπτωση του Βαγγέλη είχε μετά από δύο μόλις μέρες ολοκληρωθεί. ΘΕΤΙΚΌ φιγούραρε με πράσινα κεφαλαία γράμματα η τελική ετυμηγορία στην κατακλείδα του σχετικού δελτίου που προσκόμισα στον εκδοτικό οίκο την ίδια κιόλας βδομάδα. Μετά από λίγες μέρες έγινε και η πρώτη εκ του σύνεγγυς αναγνωριστική συνάντηση με τον γράφοντα. Με τις κατάλληλες δόσεις αμηχανίας αλλά και αμεσότητας η πρώτη γνωριμία πήγε καλά και σύντομα υπεγράφη το συμβόλαιο έκδοσης. Μετά από ένα χρόνο σχεδόν βρισκόμαστε αισίως εδώ για να γιορτάσουμε απόψε την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στο φιλόξενο και καλαίσθητο χώρο του βιβλιοπωλείου ‘Μωβ Σκίουρος.’ Καμιά φορά ξεχνάμε πως μία βιβλιοπαρουσίαση ιδίως όταν πρόκειται για το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι πάνω απ’ όλα μια γενέθλια γιορτή. Είναι η στιγμή που ένα καθαρά προσωπικό δημιούργημα παίρνει σάρκα και οστά,  τυπογραφικά στοιχεία και χαρτί θα έλεγα εν προκειμένω, και παραδίδεται στα χέρια του αναγνωστικού κοινού. Ας ευχηθώ με τη σειρά μου κι εγώ : Καλοτάξιδο!

Τι είναι όμως ο Πορτοκαλί Φάκελος; Μια ηλικιωμένη που κατασκοπεύει τη νεαρή της γειτόνισσα, ένας πιτσιρίκος που μεγαλώνει στις φτωχογειτονιές της Αθήνας με ίνδαλμά του ένα μηχανόβιο, μια γυναίκα που  έχει απαχθεί από έναν serial killer, ένα κρυφό πάρτι για λίγους κι εκλεκτούς, ένα φάντασμα που περιφέρεται στη Σταδίου, μια παρέα σε ένα απομακρυσμένο ορεινό εξοχικό που ταξιδεύει στο χωροχρόνο, ένας αναγνώστης που αναζητά τον αγαπημένο του συγγραφέα όταν ο κόσμος γύρω του έχει ερημώσει, ένας δάσκαλος που έρχεται αντιμέτωπος με ένα ρατσιστικό καυγά στο προαύλιο του σχολείου, μία διαβολική σύμπτωση στο κελί μιας φυλακής, ένας άνδρας που προδίδει τις αρχές του κι ενσωματώνεται με τον πιο σκληρό τρόπο στην κοινωνία που για χρόνια πολεμούσε, μία μετ’ εμποδίων συνέντευξη εργασίας, ένα επιστημονικό πείραμα που πάει στραβά,  εξομολογήσεις σ’ ένα παγκάκι παρέα με έναν άγνωστο ναυτικό, η ιστορία του πρώτου και τελευταίου Κώστα επί γης, το μυστικό τέλος ενός ερημίτη που κατοικεί σε μια πορτοκαλί καλύβα… Δέκα πέντε ιστορίες τις οποίες ενώνει ο πορτοκαλί μίτος της πένας του Βαγγέλη Σωτήρη απαρτίζουν τη νέα συλλογή διηγημάτων των εκδόσεων Λέμβος. Δεκαπέντε αφηγήσεις με κοινό άξονα και συνδετικό λογοτεχνικό εύρημα το πορτοκαλί χρώμα.

Το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα Β. Σωτήρη ακολουθεί τόσο τα χνάρια του ‘κοινωνικού’ όσο και του ‘μαγικού’ ρεαλισμού. Σκληρό κι απροκάλυπτα αληθινό σε αρκετά σημεία, ενίοτε ξεφεύγει σε άλλες πιο μεταφυσικές διαστάσεις. Οι χαρακτήρες άκρως ρεαλιστικοί, άνθρωποι του περιθωρίου αλλά και της διπλανής πόρτας, και κάποτε σουρεαλιστικοί, καθώς στον πραγματικό χρόνο εισχωρεί το στοιχείο του φανταστικού ή του μεταφυσικού, μας αφηγούνται τις «πορτοκαλί» τους ιστορίες. Ο λόγος λιτός, δωρικός, χωρίς περιττές φιοριτούρες, εισάγει τον αναγνώστη άμεσα στην ατμόσφαιρα των ιστοριών, ενώ εσκεμμένα στις πιο σύντομες, κινηματογραφικές, θα έλεγε κανείς, αφηγήσεις δίνεται η αίσθηση του ημιτελούς. Διεισδυτική ματιά, που προκαλεί θαυμασμό λόγω του νεαρού της ηλικίας του ομότεχνου Βαγγέλη, αφηγηματική ροή, ενδιαφέρουσα θεματογραφία. Μια νέα λογοτεχνική φωνή που δε δίστασα ούτε λεπτό να προτείνω και πιστεύω πως αξίζει να ακουστεί. 






Culturenow.gr- Μια ματιά στον κόσμο του Ονορέ Ντε Μπαλζάκ


 Γράφει ο Γιάννης Αντωνιάδης:

"Τα βιβλία μιλούν για εξωσυζυγικές σχέσεις, καταπιεστικούς γάμους, παθιασμένους έρωτες, ίντριγκες και φλερτ, όχι όμως με τρόπο υπερφίαλο αλλά με μία διεισδυτική ματιά και μία διάθεση ρεαλιστικής καταγραφής της γαλλικής κοινωνίας των ημερών του. Αυτό είναι που τον ξεχωρίζει από τους ασήμαντους λογοτέχνες της σειράς που επιδίδονταν στη συγγραφή ευφάνταστων ρομαντικών ιστοριών» αναφέρει ο Αλέξανδρος Κεφαλάς στην σειρά «Μικρά βιογραφικά», την οποία εκδίδει ο νέος εκδοτικός οίκος Λέμβος.

Δεν είναι διόλου τυχαίο πως ο Μπαλζάκ παραμένει και θα παραμένει στο πάνθεον των λογοτεχνών που θα διαβάζονται από μικρούς και μεγάλους, θαυμαστές και θαυμάστριες γιατί πολύ απλά έγραφε με την ψυχή του και όχι με κριτήριο την τσέπη του όπως συμβαίνει κατά κόρον στην σημερινή εποχή. Και ως μία μικρή αλλά αναγκαία παρένθεση, είναι ευχής έργον να ανατέλλουν νέοι εκδοτικοί οίκοι, πολλώ δε μάλλον όταν αυτοί εκδίδουν μικρά διαμάντια για λογοτέχνες, οι οποίοι άφησαν ανεξίτηλα το στίγμα τους στο παγκόσμιο στερέωμα και εδραιώθηκαν ως οικουμενικοί και διαχρονικά επίκαιροι. Στην ίδια σειρά για να κλείσω την παρένθεση, υπάρχουν δύο ακόμα «ματιές», η μία στην ζωή της Τζέιν Όστεν και η άλλη στον Αντόν Τσέχωφ και είναι βέβαιο πως θα ακολουθήσουν και άλλες. Επανερχόμενος στο μικρό αυτό αφιέρωμα στον «ευγενικό χοντρούλη» της λογοτεχνίας και πατέρα κατά πολλούς του σύγχρονου μυθιστορήματος, στις σελίδες της παρούσας έκδοσης, ο αναγνώστης θα ανακαλύψει πτυχές του βίου του, σκηνές της πολυτάραχης ζωής του και στιγμές που σημάδεψαν το συγγραφικό του έργο .
Όπως προκύπτει από την σύντομη αλλά πολύ πετυχημένη ενδοσκόπηση στα ενδότερα του βίου του Μπαλζάκ από τον μελετητή, η γραφή του και η συγγραφική του ωριμότητα έλαβαν χώρα πρόωρα ήδη από τα κατά βάση δυσάρεστα βιώματα που είχε ως νέος μιας και τα ευχάριστα ήρθαν αργότερα κατόπιν έντονης επιθυμίας και επιμονής του ίδιου που πίστεψε στον εαυτό του. Εκτός ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων, βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν πατέρα αυταρχικό, μία μητέρα αδιάφορη αλλά και έναν περίγυρο ανθρώπων που τον παραμέρισαν και τον εγκατέλειψαν γιατί ήταν πολύ παράξενος και ίσως ρομαντικός για την εποχή του και ατίμαζε το όνομα της οικογένειάς του. Σπάζοντας τις αλυσίδες που τον κρατούσαν δέσμιο των πόθων του για συγγραφή, μιας και όπως μας επισημαίνει ο ίδιος ο Μπαλζάκ «η λογοτεχνία υπήρξε η πιο απαιτητική από τις ερωμένες του», κατάφερε να διανύσει ελεύθερος και ανεξάρτητος από δεσμεύσεις τον δικό του δρόμο και να πορευτεί με βάση τις δικές του πεποιθήσεις. Μόχθησε, πείνασε, εξαντλήθηκε ψυχολογικά και ηθικά αλλά τελικά νίκησε τους εξωγενείς παράγοντες που τον κρατούσαν μακριά από το όνειρό του να γίνει συγγραφέας. Χαρακτηριστικό επεισόδιο είναι η φυλάκισή του για ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την οποία «ρούφηξε» τα βιβλία που έπιανε στα χέρια του. Έτσι κατόρθωσε να διαμορφώσει από πολύ νωρίς τον χαρακτήρα για τον οποίο ο ίδιος, μετά την αναγνώρισή του που δεν άργησε να φανεί στον ορίζοντα, έδειχνε περήφανος αφού αντιπάλεψε όλες τις αντιξοότητες που εμφανίστηκαν μπροστά του. Ταγμένος και αφοσιωμένος στην πένα του και το χαρτί του είχε για παράδειγμα ειδική στολή, ρόμπα δηλαδή, που φορούσε κατά την διάρκεια της συγγραφής των μυθιστορημάτων του, τα οποία εκτός από κριτική στην κοινωνία της εποχής και προσωπική ανακούφιση για τα δεινά που πέρασε ως παιδί, προσέφεραν στους σύγχρονούς του αλλά και στους ανθρώπους του σήμερα διδάγματα για τον τρόπο σκέψης, περισυλλογής και αντίδρασης σε γεγονότα που συμβαίνουν ή που θα συμβούν. Γιατί όπως υπογραμμίζει και ο Αλέξανδρος Κεφαλάς: «Ο Μπαλζάκ φιλοδοξούσε να γίνει όχι μόνο ένας καλός συγγραφέας αλλά και ένας ιστορικός των ηθών της εποχής του. Δημιουργεί με κάθε λεπτομέρεια έναν ολόκληρο κόσμο με τον οποίο ακόμα και ο σύγχρονος αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί, γιατί πολύ απλά αυτός ο κόσμος είναι αληθινός…». Και αυτή είναι η πεμπτουσία του μπαλζακικού κόσμου, η αποτύπωση του εσωτερικού του κόσμου σε χαρτί για να μεταδοθεί στον αναγνώστη του τότε και του σήμερα με την ειλικρίνεια που τον χαρακτηρίζει και την αυθεντική του διάθεση να μην αφήσει τίποτα κρυπτόν υπό την ήλιο.
Εκτός από έναν πολύ συνειδητοποιημένο μοναχό της τέχνης του και πιστό και ταπεινό της τέκνο, υπήρξε αδιαμφισβήτητα και ένας εραστής ακαταμάχητος, ένας γυναικάς και ένας γόης όχι τόσο από την πλευρά της ομορφιάς του - δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφος – όσο της κομψότητάς του και της αριστοκρατικής του αύρας παρόλο που δεν ήταν αριστοκράτης. Αυτό όμως που εξέπεμπε ως προσωπικότητα και λόγω και των γνώσεών του σαγήνευε τον γυναικείο πληθυσμό και για αυτό ο έρωτάς του για μία γυναίκα έπρεπε να εμπεριείχε πρώτα το εγκεφαλικό ερέθισμα. Διατηρούσε ακατάπαυστα την ερωτική του ζωή σε κορύφωση γιατί όπως έλεγε «στον έρωτα, όπως και στο κυνήγι, η πραγματική ευχαρίστηση είναι στο καρτέρι» και ως γνήσιος δανδής φρόντιζε να προκαλεί με την παρουσία του και τον ευγενή του λόγο χωρίς όμως να ευτελίζει τα ήθη και τις αρχές, τις οποίες πρέσβευε. Για αυτό και αποσυρόταν στο καταφύγιο του, όταν αυτό το απαιτούσε έτσι ώστε να παρατηρεί σαν γυπαετός από τον ουράνιο θρόνο του τους ανθρώπους και να τους ακτινογραφεί με τον μοναδικό τρόπο που μόνο εκείνος γνώριζε. Η Ανθρώπινη κωμωδία στην οποία αφοσιώθηκε κατά τον μισό αιώνα στον οποίο έζησε αποτέλεσε το φανάρι και την πυξίδα για τους περισσότερους λογοτέχνες που ακολούθησαν και αυτό γιατί πάντοτε υπήρξε αταλάντευτος στην ακόλουθη ρήση του και δεν παρέκκλινε από αυτήν: «Ο λογοτέχνης πρέπει να απεικονίζει την εποχή του πραγματικά όπως είναι». Και προσθέτει: «Πρέπει να εισβάλεις μέσα στη μάζα των ανθρώπων σαν μπάλα κανονιού ή να γλιστράς σαν πανούκλα. Η τιμιότητα είναι άχρηστη». Και συνεχίζει τα παραπάνω σχολιάζοντας ο Αλέξανδρος Κεφαλάς: «Έτσι και εκείνος, «ύπουλα», παρατηρεί την κοινωνία που τον περιβάλλει και την απαθανατίζει στις σελίδες του χωρίς οίκτο, χωρίς εξωραϊσμό και περιττά στολίδια. Οι μάσκες πέφτουν, τα προσχήματα υποχωρούν απογυμνώνοντας τους ήρωές μπροστά στα έκπληκτα μάτια του αναγνώστη».
«Όλα φτάνουν στην ώρα τους για εκείνους που ξέρουν να περιμένουν»
«Το να ψάχνεις την ηδονή δεν σημαίνει ότι έχεις βρει ήδη την πλήξη;»"

Πηγή: http://www.culturenow.gr/44528/mia-matia-ston-kosmo-toy-onore-nte-mpalzak-aleksandros-kefalas