Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Μερικές Δημοσιεύσεις:

Η έννοια του «κιτς». Πόσο ανεκτική είναι η σύγχρονη κοινωνία στην εικόνα του και τους συμβολισμούς του. Το πολύμορφο τοπίο του πολιτισμού-Ημερολόγιο Εκπαιδευτηρίων ΔΟΥΚΑ 2010.

«Το κιτς είναι μέρος της ανθρώπινης μοίρας» είχε πει κάποτε ο Κούντερα. Μα τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο Κιτς; Σίγουρα η λέξη ηχεί οικεία στα αυτιά του Νεοέλληνα που την έχει υιοθετήσει στο καθημερινό του λεξιλόγιο («κιτσαριό»). Η προέλευση της λέξης είναι πιθανότατα γερμανική (Kitsch) και χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά το 1870 στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Μονάχου για να περιγράψει το κακόγουστο και το υπερβολικό στην τέχνη. Το γερμανικό ρήμα Kitschen σημαίνει μαζεύω λάσπη και ο όρος Kitsch πιθανόν χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς λόγιους για να περιγράψει την συλλεκτική μανία των τουριστών που περιόδευαν κατά εκατοντάδες τότε στην Γηραιά Ήπειρο αγοράζοντας αδιακρίτως έργα τέχνης. Ο όρος είχε για χρόνια λησμονηθεί μέχρι τη δεκαετία του ’30 που άρχισε και πάλι να χρησιμοποιείται. Η χρήση του επεκτάθηκε εν γένει και στην αισθητική των πραγμάτων περιγράφοντας το επιτηδευμένο, ψεύτικο, επιφανειακό, και ευτελές που έχει ως μοναδικό σκοπό το οικονομικό όφελος και την τέρψη του θεατή. Ο Αμερικανός ιστορικός τέχνης Κλέμεντ Γκρήνμπεργκ συγκλίνει σε αυτή την άποψη λέγοντας πως «Το κιτς είναι η επιτομή όλων όσα είναι κίβδηλα στη σύγχρονη ζωή.» Συνεπώς συνδυάζοντας τις δύο δηλώσεις (αυτή του Κούντερα και του Γκρήνμπεργκ) καταλήγουμε πως και το κίβδηλο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης. Εννοιολογικά, λοιπόν, ο όρος ξεφεύγει από τα πλαίσια της αισθητικής αντίληψης στην τέχνη και καλείται πλέον να προσδιορίσει ανθρώπινες καταστάσεις και κοινωνικές συμπεριφορές.

Στη σύγχρονη κοινωνία με τον όρο κιτς συνήθως περιγράφουμε όχι μόνο την έλλειψη καλού γούστου, αλλά την πνευματική και πολιτισμική «σαβούρα» που έχει κατακλύσει κάθε έκφανση της ζωής μας. Το καλό γούστο δεν είναι έμφυτο.Διδάσκεται με την παιδεία και τη μόρφωση. Η απόκτηση του είναι συχνά μια επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία. Συνεπώς δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε όσους το στερούνται εν αγνοία τους γιατί δεν είχαν την ευκαιρία και τα μέσα να το διδαχθούν. Το κιτς δεν περιγράφει μια τέτοια απουσία καλού γούστου. Περιγράφει την εσκεμμένη έλλειψη καλού γούστου σε συνδυασμό με το ψέμα και τη χυδαία,σχεδόν, επιμονή όσων είναι άσχετοι με την αισθητική, την τέχνη, την παιδεία και τον πολιτισμό εν γένει, να αποδείξουν πως δεν είναι.

Η σύγχρονη μας μεταμοντέρνα τέχνη είναι ανεκτική αρκετά σε κιτς προσεγγίσεις νεό-ποπ καλλιτεχνών και ακραίων δημιουργημάτων που ακροβατούν μεταξύ υπερβολής και ιλαρότητας. Η απουσία συγκεκριμένων εικαστικών κριτηρίων και ο καταιγισμός από μία πληθώρα καλλιτεχνικών ρευμάτων και τάσεων, καθιστούν συχνά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, τη διάκριση του κιτς ακόμα και μέσα στην ίδια την τέχνη. Έργα που διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά του κακόγουστου και εξεζητημένου εκτίθενται με περηφάνια στις γκαλερί και στα μουσεία Σύγχρονης Τέχνης. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν είναι σημείο των καιρών μας.Το κίνημα του Μανιερισμού για παράδειγμα (η σύντομη περίοδος μεταξύ Αναγέννησης και Μπαρόκ) όπως και το Ροκοκό που ακολούθησε το Μπαρόκ χαρακτηρίστηκαν ως ανάλαφρα και επιφανειακά κινήματα από πολλούς μελετητές. Τι γίνεται όμως με την κοινωνία μας;

Η σύγχρονη κοινωνία, που ρίχνει το κέντρο βάρος της στα υλικά αγαθά και άγεται και φέρεται από την άκρατη καταναλωτική μανία των μελών της, παρουσιάζει αρκετά σημεία κιτς τόσο στην αισθητική όσο και στην συμπεριφορά της. Οι πολίτες του κόσμου έχουμε γίνει ανεκτικοί σε εικόνες ασχήμιας και χυδαίας συμπεριφοράς βομβαρδιζόμενοι καθημερινά από τα ΜΜΕ με αυτές. Η εικονική αυτή «ανοσία» οδηγεί σιωπηλά στην ανοχή και κατά συνέπεια στην αποδοχή μιας νοσηρής κατάστασης. Η ελληνική τηλεόραση, καθρέφτης για πολλούς της κοινωνίας μας, τα τελευταία χρόνια επιδίδεται σε ένα ανηλεή αγώνα επιβολής κιτς προτύπων. Ο ρόλος της απαίδευτης «ξανθιάς»παρουσιάστριας που έχει την αναγνωρισιμότητα του κοινού και αμείβεται πλουσιοπάροχα για να χασκογελά, για παράδειγμα, όταν προβάλλεται συστηματικά καλλιεργεί αυτόματα στον θεατή ένα νέο σύστημα αξιών: Δεν χρειάζεται να κοπιάσεις για να μορφωθείς, να σπουδάσεις, να καλλιεργηθείς για να επιτύχεις κάτι, τουναντίον. Αν συμμορφωθείς με ένα συγκεκριμένο μοντέλο ανθρώπου, προς τέρψιν και βρώσιν του φιλοθεάμονος κοινού, έχεις επιτύχει. Δεν είναι τυχαίο πως η νέα γενιά υιοθετεί το κιτς όλο και περισσότερο, τόσο στην εμφάνιση όσο και στη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, πως στον όρο Νεοέλληνας έχουμε αποδώσει αρνητική χροιά, αφού συμβολίζει όλα εκείνα τα στοιχεία που εξάρει η έννοια του κιτς: απουσία αισθητικής, παιδείας,εύκολος πλουτισμός, χυδαία επίδειξη, εξεζητημένη συμπεριφορά. Οι ανατολίτικες επιδράσεις,τόσο εμφανείς στη νεοελληνική κουλτούρα, σε συνδυασμό με την απότομη μετάβαση της χώρας από την αγροτική οικονομία στην αστικοποίηση, και την απελπισμένη αναζήτηση εθνικής αλλά και κοινωνικής ταυτότητας πολύ φοβάμαι πως συνετέλεσαν κι αυτά στην κιτς συμπεριφορά του Νεοέλληνα.
Δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε γύρω μας για να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ή κοινωνία μας ανέχεται το κιτς και τους συμβολισμούς του. Το κιτς έχει διεισδύσει και με τα χρόνια εδραιωθεί σε κάθε έκφανση της κοινωνίας,από την αισθητική των πόλεων μας μέχρι τα προϊόντα του πολιτισμού και την ενημέρωση μας. Όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες κιτς συμπεριφορών: το σεμέν μηχανής πάνω στην πανάκριβη Plasma τηλεόραση, η γκλίτσα μέσα στο μινιμαλιστικό σαλόνι, τα γύψινα αγαλματάκια σε υπερπολυτελείς βίλες νεόπλουτων, τα εξεζητημένα αξεσουάρ και οι κομμώσεις των μόδιστρων που απευθύνονται καθαρά στον χώρο του θεάματος αγνοώντας επιδεικτικά το μέσο πολίτη, η αυτάρεσκη συμπεριφορά απαίδευτων ΤV «περσόνων» στα διάφορα πάνελ κλπ.Τόσο η αισθητική όσο και η κοινωνική συμπεριφορά του Νεοέλληνα βρίθουν από κιτς συμβολισμούς. Όσο λοιπόν ανεχόμαστε άκριτα τα πρότυπα που μας επιβάλλουν το κιτς θα εξακολουθεί να κυριαρχεί στη ζωή μας επιβεβαιώνοντας τον Κούντερα.
«Beasts & Beauties» εισαγωγικό κείμενο καταλόγου ART ZONE 42 /ART ATHINA 2011.


Η δογματική τυποποίηση, τόσο στην τέχνη όσο και στην καθημερινότητα, τείνει να πάρει διαστάσεις μάστιγας ακόμα και στον «εναλλακτικό μεταμοντέρνο» μας κόσμο. Είναι γεγονός, πως οι ανθρώπινες αντιλήψεις είναι χτισμένες πάνω σε σαθρά θεμέλια στερεότυπων και κατευθύνονται από βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις που με την επανάληψη των αιώνων χάραξαν ένα "αόρατο" πλέγμα στην ψυχοσύνθεση μας, επηρεάζοντας ακόμα και τον χώρο της τέχνης. Τι γίνεται όμως όταν οι εικαστικοί επιλέγουν να κινηθούν σε πιο γκρίζες (και λυτρωτικές) τονικότητες κι όχι σε εκείνες του καθάριου λευκού ή του σκοτεινού μαύρου που τα στερεότυπα σήμερα επιβάλλουν; Βρισκόμαστε άραγε σε μια εποχή ατέρμονης αναζήτησης πρωτοποριακών και πρωτότυπων εικαστικών λύσεων ή το αρχέτυπο και παρωχημένο δύσκολα υποδαυλίζεται από την αμφιλεγόμενη και ασυμβίβαστη εικαστική ματιά; Τι γίνεται όταν στο έργο υπεισέρχεται η ειρωνεία για όσα οι περισσότεροι μάθαμε να δεχόμαστε apriori και οι παραδομένοι ρόλοι ανατρέπονται;
Με βάση αυτό τον επίκαιρο προβληματισμό και εικαστικό προσανατολισμό, η αίθουσα τέχνης ART ZONE42παρουσιάσε στην Διεθνή Συνάντηση Σύγχρονης Τέχνης ART-ATHINAτου2011 -μιας χρονιάς διφορούμενης λόγω των οικονομικών και κοινωνικών διαταραχών που την συνοδεύουν- την εικαστική κατάθεση τεσσάρων δημιουργών, οι οποίοι μέσα από τις εικαστικές τους διαπραγματεύσεις, εστιάζουν στις προκλήσεις,αντιφάσεις και αμφιλεγόμενες πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας. Η Άννα Μιχαηλίδου, η Αρετή Κλουτσινιώτη, ο Κωνσταντίνος Μπερδέκλης και η Almudena Cuesta Ruiz,αναδεικνύουν εύγλωττα, ο καθένας με τα δικά του εκφραστικά μέσα, την ειρωνική σχέση που δημιουργείται μεταξύ του δίπολου της εξιδανικευμένης στερεοτυπικής ομορφιάς και της σκληρής, συχνά άγριας, πεζής πραγματικότητας που βιώνουμε σε μια παρακμιακή, κοινωνικά και πολιτικά, εποχή πλήρους αποδόμησης.
Τα σύγχρονα αστικά κέντρα παρέχουν το ιδανικό σκηνικό αυτής της διττής σχέσης, παρέχοντας μας άπειρες εικόνες απόλυτης ασχήμιας αλλά και απαράμιλλης ομορφιάς, πολλές φορές καλά κρυμμένης, αφήνοντας μέσα μας ένα αίσθημα σύγχυσης κι αποπροσανατολισμού. Το άσχημο μπορεί να ερμηνευτεί ως ωραίο κι αντίστροφα,μιας και οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι πλέον ευδιάκριτες.
Η ειρωνεία, άλλοτε λεπτή κι αδιόρατη, κι άλλοτε απροκάλυπτα σκληρή, ανάλογα με το προσωπικό ύφος του καθενός, βρίσκεται πάντα εκεί στα έργα των δημιουργών, αποσπώντας τον θεατή από την ενοχλητικά αφύσικη ηδύτητα των χρωμάτων και των μορφών, προσκαλώντας τον,σε μια συγκεκριμένη προβληματική που είναι αδύνατον να αγνοήσει. Ο άκρατος καταναλωτισμός, η μόδα, η προβολή συγκεκριμένων προτύπων, η παγκοσμιοποίηση, τα αστραφτερά χαμόγελα ενός ψεύτικου γυαλιστερού διαφημιστικού μικρόκοσμου, η σκανταλιάρικη «παιδική» αφέλεια ενός κόσμου που αρνείται να ωριμάσει, η απομάκρυνση από τη μητέρα φύση και η παραβίαση των νόμων της, παγιδεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο και τον φέρνουν σε αντιπαράθεση με την αλήθεια μιας ανταγωνιστικής κι απάνθρωπης κοινωνίας που λειτουργεί (alas?) ακόμα με τους νόμους επιβίωσης της ζούγκλας.

Στόχος των έργων δεν είναι να τέρψουν με τα ευειδή τους χρώματα και μοτίβα, αν κι αρχικά το πετυχαίνουν, αλλά να προβληματίσουν, χωρίς να σοκάρουν, κι αυτό γίνεται αμέσως εμφανές ακόμα και στον πιο ανυποψίαστο θεατή, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Το ωραίο παρουσιάζεται θελκτικό, αλλά χωρίς να καταφέρνει να κρύψει το κίβδηλο κι επικίνδυνο. Αντίθετα, το άσχημο και κτηνώδες, μοιάζει μέσα από τον ωμό κυνισμό του, τουλάχιστον αληθινό και γι? αυτό ίσως όμορφο? Η ομορφιά και η ασχήμια αποτυπώνονται μαζί σε μια σχέση θύτη-θύματος που βρίσκει δημιουργική διέξοδο σε Νέο-ρεαλιστικές απεικονίσεις και δανείζεται στοιχεία από την Pop-Art.«?και το τέρας μεταμορφώθηκε σε έναν όμορφο πρίγκιπα. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.» Ή μήπως όχι;

http://www.artzone42.gr/
Αρχεία Εραλδικής & Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος.







Οίκος Κεφαλά-Ιστορική μελέτη γύρω από τους εν Ελλάδι Κεφαλάδες και τους κλάδους αυτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου