Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

ΑΣΤΥΔΡΟΜΟΣ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ FANZIN



Αστυδρόμος #7/ Σήψη 2012

ΔΕΗΣΗ


Πολύβουο το σμήνος των περαστικών,
ο κόσμος τρέχει, αναθαρρεί, οσφραίνεται, χάνεται…
μέσα στο γκρίζο του πολύχρωμου που φεύγει σκηνικού της πόλης.
Μα μια μορφή ασκητική ανάμεσα στα αγρίμια της ρουτίνας της πολλής,
της συνήθειας της κεκτημένης, του άπιαστου παρόντος,
της βασιλείας του ανούσιου,
μες το δρόμο εκείνη σιωπηλή στέκει.
Σκύβει ευλαβικά, το πεζοδρόμιο φιλά, την κεφαλή της γέρνει.
Μάτια θολά της μέθεξης, ψυχή σβηστή και η σύριγγα στο χέρι.


Αστυδρόμος #8/ Σύμπτωση 2013

ΣΥΜΠΤΩΣΗ

Σύμπτωμα ενός θανάτου προαναγγελθέντος
τα νέα μέτρα λιτότητας
που μέσα απ’ τ’ ακριβό του το κοστούμι,
κρυφά γελώντας
ο δημοσιογράφος με στόμφο παρουσιάζει...
Σύμπτωση;

Ατυχής Σύμπτωση (Μικρό διήγημα)

Σαν ολόλευκες πέρλες μαργαριταριού γυάλιζαν οι σταγόνες σπέρματος πάνω στο δασύτριχο στέρνο του, καθώς ακολουθούσαν την καθοδική τους πορεία προς την κοιλιά του. Βιαστικά, με σπασμωδικές κινήσεις σκούπισε τον εκστατικό αυτό επίλογο της σεξουαλικής υπερδιέγερσης που τον είχε καταλάβει ολόκληρο το απόγευμα. Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και έκλεισε με ένα αίσθημα ενοχής το λάπτοπ του, όπου στην οθόνη του το τελευταίο μισάωρο εκτυλίσσονταν hard core σκηνές ομοφυλοφιλικού περιεχομένου. Με μηχανικές κινήσεις διέγραψε τα αρχεία από το ιστορικό του σκληρού του δίσκου. Τεντώθηκε, έπειτα, νωχελικά και περιεργάστηκε το ακατάστατο δωμάτιο. Τίποτε δεν είχε αλλάξει εδώ και χρόνια στην εφηβική του κάμαρα. Αν και είχε κλείσει τα τριάντα, εξακολουθούσε να μένει στο πατρικό του.Αυτό τον εξόργιζε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα... Τον τελευταίο χρόνο ήταν άνεργος και μετά βίας, από τις πενιχρές τους συντάξεις, τον συντηρούσαν οι δικοί του. Ούτε βενζίνη για τη μηχανή του δεν είχε πια. «Φτωχά αρχίδια με γέννησαν...» συνήθιζε με πικρία να λέει στα εβδομαδιαία μεθύσια του με τους λιγοστούς του φίλους. Ο πατέρας συνταξιούχος οικοδόμος και η μητέρα του πρώην εργάτρια σε κάποια μεγάλη βιομηχανία της χώρας, με μύριες στερήσειςείχαν καταφέρει να αγοράσουν ένα οικοπεδάκι και να χτίσουν τη δεκαετία του ‘70 ένα χαμηλό σπιτάκι με τρία δωματιάκια σ’ ένα δυτικό προάστιο των Αθηνών. Οι κακόγουστες προσθήκες του χρόνου φανέρωναν τις μικρές προόδους της εργατικής του οικογένειας. Και η γειτονιά μίζερη, όπως και η ζωή του. Δεν είχε καταφέρει να σπουδάσει, να ξεφύγει... Δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Είχε παρακολουθήσει κάνα δυο χρονιές το τεχνικό λύκειο της περιοχής,αλλά δεν κατάφερε να το τελειώσει προς μεγάλη απογοήτευση των γονιών του, που ήθελαν ο γιος τους να μάθει τουλάχιστον μια «τέχνη». Το μυαλό του τότε ήταν στο ποδόσφαιρο και τους χουλιγκανισμούς.

Αφού ολοκλήρωσε την ένδυσή του,κοιτάχτηκε εξονυχιστικά στον μικρό καθρέφτη του χωλ πριν βγει έξω. Τίποτε δεν πρόδιδε το τι είχε συμβεί στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο πριν από λίγο. Ναι, ήταν αρρενωπός, με καλοσχηματισμένο σώμα και μπράτσα. Οι ατελείωτες ώρες προπόνησης στο δημοτικό γυμναστήριο είχαν αποδώσει. Κανείς δε θα τον έκανε για «πούστη»!Μέχρι τη στάση του λεωφορείου είχε να διανύσει μια απόσταση περίπου ενός τετάρτου της ώρας. Δεν τον πείραζε, είχε συνηθίσει. Το μόνο που τον ενοχλούσε ήταν πως έπρεπε να διασχίσει το μικρό πάρκο της περιοχής του. Αν και ήταν ο πιο σύντομος δρόμος, σπάνια τον έπαιρνε. Εκείνο το απόγευμα όμως βιαζόταν, δεν είχε άλλη επιλογή. Με έναν αδιόρατο εκνευρισμό διάβηκε την πύλη και επιτάχυνε το βήμα του βάζοντας κάτω το ξυρισμένο του κεφάλι. Λίγο πριν βγει από το παρκάκι,σε ένα μικρό ξέφωτο με μερικά παγκάκια, κάτι τράβηξε την προσοχή του. Αρχικά ήταν μια κόκκινη σπίθα που είδε με την άκρη του ματιού του, η κάφτρα ενός τσιγάρου, και στη συνέχεια ένα πρόσωπο γνώριμο, μια θύμηση από τα παλιά,καθισμένο σ΄ένα παγκάκι. Μονάχα σαν πρόσεξε καλύτερα διαπίστωσε πως επρόκειτο για έναν παλιό συμμαθητή από το τεχνικό λύκειο. Έκανε πως δεν τον είδε καθώς τον προσπερνούσε, αλλά μια φωνή τον σταμάτησε πριν στρίψει και χαθεί στη στροφή.

«Τι σύμπτωση! Περίανδρε; Εσύ είσαι; Μα, ναι! Ήμουν σίγουρος», είπε χαρούμενα ο άνδρας.

Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε από πάνω μέχρι κατω με οργισμένο βλέμμα. Φορούσε λευκές σαγιονάρες, κολλητή μπλε βερμούδα και ένα εξωφρενικό κίτρινο μπλουζάκι με αβυσσαλέο V,που άφηνε σχεδόν γυμνό το ξυρισμένο στήθος του. Ήταν ευθυτενής με ωραίο παράστημα, κόμμωση του συρμού, γένια τριών ημερών και σκουλαρίκι στον λοβό του αριστερού του αυτιού. Δηλαδή σαν όλους τους «γκέουλες» που είχαν «γεμίσει» την Αθήνα! Τι θα έλεγαν οι φίλοι του αν τον έβλεπαν μαζί του;

Ο νεαρός άνδρας, χωρίς να αντιληφθεί την οργή του πάλαι ποτέ συμμαθητή του, τον πλησίασε με φυσικότητα και συνέχισε στον ίδιο εύθυμο τόνο:

«Μια χαρά σε βρίσκω... Σου πάει αυτό το στυλάκι(είπε περιεργαζόμενος τα καλογυαλισμένα άρβυλα, το στρατιωτικό παντελόνι παραλλαγής και το μαύρο εφαρμοστό μπλουζάκι, που αναδείκνυε τα μούσκουλα του παλιού του φίλου). Λίγο kinky για τα γούστα μου, αλλά sexy! Πώς και από το πάρκο; Έχω χρόνια να σε δω. Είπες να θυμηθείς τα παλιά, πονηρό αγόρι; Δε φαντάζομαι να ξέχασες;» ολοκλήρωσε μελάγνο ύφος.

Αντί για απάντηση δέχθηκε μια γροθιά στο πρόσωπο που του άνοιξε τη μύτη και, πριν προλάβει να αμυνθεί, μία βίαιη κλωτσιά στα αχαμνά που τον έκανε να διπλωθεί στα δύο,σφαδάζοντας αιμόφυρτος από τους πόνους. Δύο ηλικιωμένοι τους προσπέρασαν βιαστικά. Δεν ήθελαν να βρουν το μπελά τους. Είχαν αυξηθεί τελευταία οι ομοφοβικές επιθέσεις στο πάρκο. Τι τους ένοιαζε στο κάτω κάτω; Ας πρόσεχαν οι«ανώμαλοι».

Σε μισή ώρα βρισκόταν στο κέντρο. Είχε για τα καλά σκοτεινιάσει. Σαν μπήκε στην ολοφώτιστη κατάμεστη αίθουσα, αισθάνθηκε ένα αίσθημα αγαλλίασης και υπερηφάνειας. Για λίγες ώρες θα ξέχναγε τα πάντα. Τη φτώχεια του, την περιφρόνηση της κοινωνίας, τα «άνομα» πάθη του, τη μίζερη ζωούλα του. Χαιρέτισε φασιστικά και πήγε κοντά στους συντρόφους του για να μοιραστεί μαζί τους το«ανδραγάθημα» του πάρκου...


Αστυδρόμος #9 Κραγιόν 2013

ΛΕΡΩΜΕΝΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

Κοιτά για ώρα έκπληκτη το είδωλό της στον καθρέφτη.
Κορίτσι άγουρο, κοντά στα δεκαπέντε.
Κορμί πρόωρα μεστό, σχεδόν αισθησιακό,
ασφυκτικά γεμάτο με χυμούς,
που τόσοι ανομολόγητα ποθούν,
βλέμμα γυναίκας σωστής όλο υποσχέσεις.
Τα κουμπιά της μπλούζας σε έκφυλο σχηματισμό
αφήνουν έκθετα τα ανέγγιχτά της στήθη,
ύστατη σπονδή στη λαγνεία της ήβης,
στην ένωση τη σαρκική που αδημονεί να ‘ρθει.
Απ’ το λογισμό στ’ όνειρο,
αφέθηκε στη ρότα του κι εχάθη.
Ξάφνου το είδωλο το ερωτικό γίνεται γέλιο, σκορπά.
Παιδί και πάλι, σκουπίζει με βιάση της μάνας το κραγιόν.
Μα να, εκεί στο άνω χείλος άλικο σημάδι μένει,
σκιά ανεξίτηλη ντροπής της λερωμένης αθωότητας.
  
http://astidromos.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου